Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2008

Είμαστε όλοι ένοχοι

Δημήτρης Κωνσταντάρας
Από την ιστοσελίδα του.

Την Κυριακή που μας πέρασε ήταν μια απ΄ τις λίγες φορές που συμφώνησα με αυτά που έγραφε – και κυρίως με αυτά που εννοούσε και υπονοούσε- ο Γιάννης Πρετεντέρης. Ότι δηλαδή στην εποχή της απόλυτης ευκολίας και της γενικής σαχλαμάρας, η κρίση ήρθε επιτέλους να βάλει τα πράγματα στη θέση τους και να τους «γυρίσει όλους στα κυβικά τους».

Οι Έλληνες φοβούνται μήπως επιδεινωθεί η κατάσταση της ζωής τους στην οποία, όσο κι αν την θεωρούν «χάλια», έχουν φτάσει με «ολίγη» εργασία, υπερβολική έως ανόητη και απόλυτα κατευθυνόμενη κατανάλωση, αλόγιστο δανεισμό και παραγωγή …μηδέν. Και τώρα, τώρα που «ξέσπασε η κρίση», τα κεφάλια μέσα και έκαστος εφ ω ετάχθη.

Τώρα, η κοινωνία μας θα πρέπει να συνταχθεί, να βάλει «το κεφάλι μέσα» και να πάρει σοβαρές αποφάσεις. Για τον τρόπο ζωής και εργασίας , για τον ελεύθερο χρόνο, για την ανάπτυξη, για την πολιτική ηγεσία.. Τέρμα πλέον η εξουσία του «άδραξε τη μέρα». Ήρθε η επιτακτική ανάγκη του «Σκέψου το αύριο και το τι μπορείς να κάνεις εσύ γι αυτό».

Τέρμα η αποενοχοποίηση του «απλού πολίτη» που θεωρεί ότι απλώς παρακολουθεί κάποιους άλλους διότι ξημέρωσε η εποχή της «συμμετοχής» του και της ανάγκης συνειδητοποίησης της «συνευθύνης» του.

Τέρμα οι φράσεις του τύπου « πως τάχετε καταντήσει» και «κάντε κάτι» και «εσείς εκεί πέρα» γιατί οι φράσεις αλλάζουν σε «πως τά ΄χουμε καταντήσει και «ας κάνουμε κάτι » και «εμείς εδώ πέρα».

Ουδείς «αθώος» υπάρχει πλέον. Είμαστε όλοι ένοχοι. Κι αυτοί που εργάζονται κι αυτοί που κοροϊδεύουν κι αυτοί που δεν έχουν δουλειά κι αυτοί που δεν θέλουν να πάνε να δουλέψουν και οι δημοσιογράφοι και οι δικαστές και οι επιχειρηματίες και οι πολιτικοί. Έχουμε όλοι ευθύνη. Κανείς δεν είναι παρατηρητής.

Όσοι θέλουν να ζήσουν το σήμερα και το αύριο με τους κανόνες του χθες, είναι καταδικασμένοι. Έχουμε μπει αναπόφευκτα σε μια νέα εποχή, σε μια νέα περίοδο που εμείς οι ίδιοι της ανοίξαμε την εξώπορτα και την προσκαλέσαμε. Γιατί δεν δουλεύαμε, γιατί ξοδεύαμε αυτά που δεν είχαμε, γιατί παραπονιόμασταν και γκρινιάζαμε αλλά αγοράζαμε με δανεικά αυτά που μας έπειθαν να αγοράσουμε, ακολουθώντας ρυθμούς και πρότυπα που μας πειθανάγκαζαν να ακολουθήσουμε και ψηφίζοντας με γνώμονα το προσωπικό μας συμφέρον, πιστεύοντας ανθρώπους που μας έβλεπαν ως «πελάτες».

Ανοίξτε το παράθυρο. Κοιτάξτε έξω την καινούργια μέρα. Και αντιμετωπίστε την. ΕΣΕΙΣ οι ίδιοι.

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2008

Ενοχές

Θανάσης Παναγόπουλος
Από το άρθρο του στο Περιοδικό Hellenic Nexus, Φεβρουάριος - Μάρτιος 2005, με τίτλο "Τηλεοπτική Συνομωσιολογία".

Υπάρχει ένας παμπάλαιος κανόνας στην προπαγάνδα, που λέει ότι «αν θες να μεταμορφώσεις έναν πολίτη σε πιστό υπήκοο, πρέπει πρώτα απ' όλα να του εμφυτεύσεις ενοχές». Είτε επρόκειτο για τους αναγνώστες στο ανατολικό μπλοκ, που διάβαζαν στον κατευθυνόμενο Τύπο τις ομολογίες ενοχής των διαφωνούντων στις δίκες της Μόσχας κατά την εποχή του υπαρκτού σοσιαλισμού, είτε επρόκειτο για τις ραδιοφωνικές νουβέλες επί Γ’ Ράιχ, όταν τριτοκλασάτοι ηθοποιοί ερμήνευαν τους ρόλους του αγαθού Γερμανού πατέρα που, μπάζοντας σώγαμπρο στο σπίτι του τον Εβραίο φίλο της κόρης του, «μόλυνε» το αίμα και τη φυλή των Αρίων.

Όταν ο ναζισμός χρεοκόπησε και ο κομμουνισμός οριοθετήθηκε γεωπολιτικά, η προπαγάνδα των ενοχών βρήκε πρόσφορο έδαφος στην αμερικανική τηλεόραση, όπου ενσπείρονταν μονίμως ενοχές. Άλλοτε σε όποιον πωλούσε την περιουσία του σε Ιάπωνες, άλλοτε σε όποιον τολμούσε να αγοράσει τα γελοιωδώς μικρά ιταλικά αυτοκίνητα ή τα απαίσια -πλην υπερεκτιμημένα- γαλλικά τυριά. Τα εξωνημένα και αλωθέντα από τη Μαφία εργατικά συνδικάτα και οι εργοδοτικές ενώσεις έτριβαν τα χέρια τους με ικανοποίηση όταν στο I love Lucy ο Πορτορικανός (άρα και «δεύτερης διαλογής» Αμερικανός) σύζυγος έσφαλε που δεν άφηνε τη σύζυγο του να εργαστεί, αφού, παρά τις αρχικές γκάφες της, η εμπειρία των φτηνών εργατικών χεριών εν τέλει θα «του έβαζε τα γυαλιά».

Στην τηλεοπτική σειρά Λάσι εκθειάζονταν οι αρετές της αμερικανικής υπαίθρου, σε μια εποχή κατά την οποία η ερήμωση των αγροτικών περιοχών και τα συμπαραμαρτούμενα φαινόμενα της αστυφιλίας, με κυρίαρχα την εγκληματικότητα και τη διαπίδυση μη καθιερωμένων ιδεών, χαρακτηρίζονταν από τους ιθύνοντες ως εσωτερικά προβλήματα ύψιστης προτεραιότητας. Και εδώ οι ενοχές όσων σκέπτονται να πουλήσουν τη γη τους σε εταιρίες, να στείλουν το παιδί στο σχολείο της μεγαλούπολης ή να παρευρεθούν στο κήρυγμα του μοντέρνου ιερέα απέδωσαν και με το παραπάνω.

Στην Ελλάδα, η εμφύτευση ενοχών ξεκίνησε κατευθυνόμενη άμεσα από την κυβέρνηση. Και αυτό δεν αφορούσε μόνο την περίοδο της χούντας, αλλά και τα μεταδικτατορικά χρόνια. Ποιος από τους παλαιότερους δεν θυμάται τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο στο Λούνα Παρκ να κατακεραυνώνει με λοιδορίες, ενοχές και καταγγελίες άλλοτε υπέρ του αναδασμού των αγροτικών γαιών, και άλλοτε κατά των -νεόφερτων στην ελληνική πραγματικότητα- καταναλωτικών συμπεριφορών;

Όσο απλοϊκή ήταν, όμως, η ενσπορά ενοχών στην τηλεοπτική προπαγάνδα της «εποχής της αθωότητας», άλλο τόσο «επιστημονική» είναι σήμερα στην «εποχή των υποψιασμένων πολιτών». Αυτό συμβαίνει ακόμη και στην παρουσία των ειδήσεων. Τα στερεότυπα ρεπορτάζ κάθε χρόνο την «ημέρα χωρίς Ι.Χ.» το επιβεβαιώνουν. «Καναλοπαίχτες» κραδαίνουν τα «μαρκούτσια» στις μούρες ανύποπτων γιωταχήδων, ρωτώντας τους με ύφος ανακριτή «πώς τολμούν μια τέτοια ημέρα να χρησιμοποιούν το Ι.Χ. τους για να μετακινηθούν». Και οι πολίτες αισθάνονται μπροστά στο «μαρκούτσι» του δημοσιογράφου (κάτι σαν το «σφυρί του δικαστή πάνω στην έδρα) και την κάμερα (κάτι σαν τον προβολέα του ανακριτή) τόσο ένοχοι, που κανένας τους να μην τους απαντά το αυτονόητο: «να πάρουν παραμάσχαλα τα μαρκούτσια τους και να δείξουν στιγμιότυπα από τα λεωφορεία όταν είναι γεμάτα όχι με Ευρωπαίους πολίτες, αλλά με στοιβαγμένο χύμα ανθρώπινο τριτοκοσμικό εμπόρευμα, σε δρομολόγια αραιότερα και από τις πτήσεις της Ολυμπιακής που αναχωρούν στην ώρα τους».

Τα ίδια και χειρότερα, στα ελληνικά σίριαλ. Οι πρωταγωνιστές ανήκουν πάντα στις ίδιες συντεχνίες των μεγαλοδικηγόρων, των παραγωγών τηλεόρασης και του θεάτρου, των υπουργών, των μεγαλοεπιχειρηματιών, οι οποίοι -κατά κανόνα- ζουν μεταξύ Βορείων Προαστίων, Μυκόνου και Κολωνακίου (του ίδιου εκείνου κόσμου που παρελαύνει στα πρωινάδικα, στα περιοδικά «λάιφ στάιλ» και στα «τοκ σόου»), οι οποίοι βρίσκονται εκεί που βρίσκονται κοινωνικά, όχι παράνομα, με διαπλοκές, φοροδιαφυγή και μίζες, αλλά τίμια και, κυρίως, τραβώντας πάνω τους σαν αλεξικέραυνα όλα τα «παθήματα του Νώε». Άνθρωποι δηλαδή «γεννημένοι για να πετύχουν» όπως οι «λευκοί προτεστάντες» στις αμερικάνικες σαπουνόπερες, ή οι «γονιδιακοί Άριοι» στις ραδιονουβέλες της εποχής του Γ’ Ράιχ. Όποιος λοιπόν δεν πέτυχε, είναι ένας «ανίκανος»...

Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2008

Οι παλιές αγάπες πάνε στον Παράδεισο





Μάρω Βαμβουνάκη
Από το βιβλίο της "Οι παλιές αγάπες πάνε στον Παράδεισο"

— Μέλα τον ονειρεύτηκα! Τον ίδιο! Ολοζώντανο. Φορούσε ένα ανοιχτόχρωμο κοστούμι, λίγο παλιωμένο κι ήταν αχτένιστος. Είχε μόλις λέει βγει από μια υπόγεια αποθήκη, όπου για ώρες σκάλιζε να βρει κάποια πράγματα.
Είχε ακουμπήσει σ' ένα δέντρο κι είχε τα χέρια του στις τσέπες.Απ' το δρόμο, δίπλα, δεν περνούσε κανείς. Ερημιά. Μόνο για μια στιγμή φάνηκε ένα αμαξάκι με άλογο,όπως αυτά που υπήρχαν τότε στο νησί. Δεν το έβλεπα αλλά άκουγα τα πέταλα του αλόγου στην άσφαλτο και ήξερα τι ακριβώς ήταν.

Εκείνος είχε τα χέρια του στις τσέπες του σακακιού του και με κοίταζε σα να έκανε με δυσκολία υπομονή.
Με κοίταζε επίμονα λες και περίμενε κάτι από μένα, από καιρό κι εγώ δεν το έκανα. Έδειχνε σχεδόν θυμωμένος. Ήταν βραδάκι, δε φυσούσε καθόλου, δεν κουνιόταν φύλλο. Σα να ήταν από πάντα η ίδια ώρα και να μην προχωρούσε. Ήταν θυμωμένος. Τότε εγώ χάρηκα πάρα πολύ που ήταν θυμωμένος. Για σκέψου! Για να είναι θυμωμένος περιμένει από μένα! Με θέλει, τον ενδιαφέρω!

Ξύπνησα και το ένιωσα, το παραδέχτηκα πως τον αγαπώ. Μονάχα αυτόν αγάπησα. Τόσο τον αγάπησα που φοβήθηκα. Τα ίδια μου τα αισθήματα στραγγάλισαν την καρδιά μου. Έφυγα από δειλία να ζήσω μαζί του και ν' αντέξω τον έρωτα. Πετάχτηκε πάνω.

Η πετσέτα της έπεσε στο πάτωμα. Το κηροπήγιο κουνήθηκε κι ένα απ' τα κεριά έσβησε.

— Είμαι ηλίθια. Ήμουν ηλίθια. Για να μην υποφέρω κοντά του έφυγα μακριά του και κρύφτηκα απ' τη ζωή. Δειλή, δειλή, δειλή κι ανάξια. Ό , τ ι αξίζει πονάει. Ό,τι δεν αξίζει είναι εύκολο. Είχα πάντα ροπή για τα εύκολα και να πού οδηγήθηκα τώρα: Να ψοφάω αργά και σταθερά στη μέση της ζωής μου.

Σε λίγο θα μυρίζω πτωμαΐνη. Ο τοίχος που αισθάνομαι είναι η ταφόπλακα. Ήρθε η ώρα να με πλακώσει.

Εγώ η ίδια πήγα και χώθηκα σε βουνά σκόνες και να τώρα... Ευτυχώς που κοιμόμαστε... Ευτυχώς που υπάρχουν τα όνειρα... Εκεί η βλακεία μας δεν τα καταφέρνει, εκεί τα ψέματα μας παραλύουνε.

Ήρθε και στάθηκε στον ύπνο μου, ακουμπισμένος σ'εκείνο το δέντρο και με κοίταζε. Μου τα θύμισε όλα αυτά που έπρεπε να θυμάμαι. Να δεις πώς με κοίταζε! Πώς με περίμενε...

Έπιασε πάλι με τις δυο παλάμες της το πρόσωπο της και ξέσπασε σε λυγμούς. Όμως ήταν ένα κλάμα αλλιώτικο τώρα. Πιο δυνατό, πιο υγιές. Λυτρωτικό.

— Τον αγαπώ πάντα Μέλα. Είκοσι χρόνια παλεύω να τον αρνηθώ. Τον αγαπώ.
Ακουγόταν μέσα απ' τ' αναφυλλητά της. Είμαι τρελή, το ξέρω!

Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2008

Ο Νέος Δικτυακός Λόγος




Νίκος Δήμου
Από την ιστοσελίδα του.

Au fond, voyez-vous, le monde est fait pour aboutir a un beau livre.
(Stéphane Mallarmé)

Όταν ο Mallarmé είπε αυτή τη φράση, δεν μπορούσε να υποπτευθεί πως, σε λιγότερο από έναν αιώνα, η ποιητική του παρομοίωση θα είχε μεταβληθεί σε συγκεκριμένη πραγματικότητα. Ο κόσμος έχει ήδη καταλήξει σε ένα βιβλίο, ένα βιβλίο απέραντο με δεκάδες εκατομμύρια αναγνώστες. Ένα βιβλίο που περιέχει οτιδήποτε δημιούργησε και δημιουργεί η ανθρωπότητα: κείμενα, εικόνες, ήχους - αλλά κυρίως, λόγο, γραπτό λόγο. Το μέγιστο ποσοστό του Internet είναι λέξεις. "Ο κόσμος φτιάχτηκε για να καταλήξει σε ένα βιβλίο" - η μεταφορά που έγινε προφητεία.

Όταν ο Sir Karl Popper χώριζε τον κόσμο σε τρία (Κόσμος Ι: των αντικειμένων στο χώρο, Κόσμος ΙΙ: ο υποκειμενικός, των σκέψεων και των βιωμάτων, Κόσμος ΙΙΙ: των δημιουργημάτων) δεν υποψιαζόταν ότι σε δύο δεκαετίες ο Κόσμος ΙΙΙ θα σελάγιζε πάνω από την ανθρωπότητα σαν δεύτερο σύμπαν. Περιέχει όλα αυτά που είχε περιγράψει ο φιλόσοφος: Επιστημονικές θεωρίες και ποιήματα, πίνακες ζωγραφικής και κοντσέρτα, ακόμα και ταπεινά χρηστικά εγχειρίδια, οδηγίες χρήσεως και χάρτες.

Φυσικά, σαν δεύτερο σύμπαν, το Διαδίκτυο περιέχει - όπως και το πρώτο - άφθονα σκουπίδια. Δεν θα κριθεί από αυτά - όπως δεν κρίνεται η ποίηση από τους κακούς στιχουργούς. Ο επαρκής αναγνώστης μαθαίνει να δικτυοδρομεί και να αποφεύγει την φλυαρία, την ρυπαρογραφία, την προπαγάνδα.

Αλλά το πιο ένδοξο πράγμα στο Internet είναι πως όλοι μπορούν να γράψουν σε αυτό το βιβλίο. Αντίθετα με τα μονόδρομα Μαζικά Μέσα (ακόμα και το βιβλίο είναι ένα από αυτά…) που μας μεταμορφώνουν σε δέκτες, στον Παγκόσμιο Ιστό ο καθένας μπορεί να είναι και πομπός. Έχει επέλθει μία νέα άνθιση του Λόγου, φυτρώνουν εκατοντάδες ατομικά έντυπα, εφημερίδες, βιβλία και περιοδικά των κυμάτων. Παλιά κλασικά κείμενα διασταυρώνονται με καινούργια, ανατρεπτικά. Οι κυβερνοποιητές (cyberpoets) είναι οι τροβαδούροι της νέας εποχής. Με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ξανανθίζει η τέχνη της αλληλογραφίας

Οι δικτυωμένοι υπολογιστές είναι η μεγαλύτερη επανάσταση στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού - πολύ πιο σημαντική από την εφεύρεση της τυπογραφίας. Θα αλλάξουν (ήδη αλλάζουν) τον τρόπο που εργαζόμαστε, που επικοινωνούμε, που ζούμε. Ξέρω ότι πολλοί βλέπουν με δυσπιστία, ακόμα και με εχθρότητα αυτές τις αλλαγές. Αλλά ακόμα και αυτοί, δεν θα μπορούσαν να αρνηθούν την παρουσία του Νέου Δικτυακού Λόγου.

Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2008

Η Κόρινθος, ο Τοτός και η μάντρα ...




Korinthius Maximus
Περιοδικό MyPress - Τεύχος 2 - Οκτώβριος 2008

Σε ένα από τα « all time classic » ανέκδοτα του λαοφιλούς Τοτού γίνεται λόγος για τη … μάντρα. Θυμίζω λίγο την αρχή του για όσους πιθανώς δεν το θυμούνται :
Ο Τοτός γράφει μια έκθεση με θέμα "Πως περνάω τη μέρα μου" : « Σηκώνομαι το πρωί στις 7:30, κάνω ντους, τρώω το πρωινό μου, πηδάω τη μάντρα, πάω στο σχολείο. Το μεσημέρι, γυρνάω απ' το σχολείο, πηδάω τη μάντρα, τρώω το μεσημεριανό φαγητό μου. Μετά κάνω τα μαθήματα μου, πηδάω τη μάντρα, πάω στο μάθημα των αγγλικών. Γυρνάω σπίτι, πηδάω τη μάντρα, κάθομαι διαβάζω λίγο. Το βράδυ, πηδάω τη μάντρα κι ύστερα πηγαίνω με τους φίλους μου για μπάσκετ, ή καμιά βόλτα ή σινεμά. Γυρίζω σπίτι, πηδάω τη μάντρα, και πέφτω για ύπνο. »

Άσχετα με το πώς εξελίσσεται το ανέκδοτο με τον Τοτό, οι κάτοικοι της Κορίνθου έχουν τη δική τους μάντρα για την οποία μπορούν να κάλλιστα να κάνουν μια αντίστοιχη αφήγηση. Πολλοί όταν πηγαίνουν στη δουλειά τους περνάνε από τη μάντρα, όταν θέλουν να πάνε για έναν καφέ ή ένα ποτό στο Λουτράκι περνάνε από τη μάντρα, όταν μπαίνουν ή βγαίνουν από την πόλη βλέπουν τη μάντρα, όταν περιμένουν με τις ώρες έξω από το Ι.Κ.Α. ατενίζουν προς τη μάντρα, όταν θέλουν να επισκεφτούν το ραδιοφωνικό σταθμό MyRadio πηγαίνουν απέναντι από τη μάντρα και ούτω καθεξής.

Συζητάμε για τη μάντρα που απλώνεται επιβλητικά, ως ένα κακέκτυπο του Σινικού Τείχους, στην είσοδο της πόλης από τη διασταύρωση της Ποσειδωνίας μέχρι τις γραμμές του τρένου. Μια μάντρα που εδώ και πολλά πολλά χρόνια στοιχειώνει τα όνειρα των Κορινθίων για μια πόλη ελκυστική πρώτα για τους ίδιους και μετά για τους επισκέπτες. Μια μάντρα που έχει πολλές φορές παρουσιάσει προβλήματα και έχει ανακατασκευαστεί ή επιμηκυνθεί. Που το μόνο που κάνει αυτή τη στιγμή είναι να κρύβει κάποια ετοιμόρροπα παλιά κτίσματα του Ο.Σ.Ε. και την εικόνα εγκατάλειψης στο χώρο που κάποτε στάθμευαν βαγόνια και συντηρούνταν. Πίσω από τη μάντρα μόνο εικόνες ντροπής μπορεί να καταγράψει κανείς με σκουπίδια και υπολείμματα μιας άλλης εποχής. Μια μικρή χαβούζα κρύβεται πίσω από τη μάντρα και μια πληγή για την πόλη μένει ανοιχτή εδώ και πάνω από μια εικοσαετία σχεδόν.

Ο παλιός σταθμός πλέον ουσιαστικά δε λειτουργεί ή ακόμα και αν λειτουργήσει κάποια στιγμή ξανά δεν υπάρχει κανένας λόγος να δεσπόζει μπροστά του αυτή η τσιμεντένια αηδία. Το γκρέμισμα της μάντρας αυτής θα μπορούσε να επιφέρει κρίσιμες αισθητικές αλλαγές για ολόκληρη την πόλη αλλά και για την ψυχολογία των κατοίκων και των επισκεπτών της. Θα μπορούσε να δημιουργηθεί ένας όμορφος χώρος πρασίνου και ο παλιός σταθμός να λειτουργήσει είτε ως πολιτιστικό κέντρο, ως μουσείο ή οτιδήποτε άλλο κοινωφελές (δεν υπάρχουν και τόσα πολλά τέτοια στην πόλη άλλωστε …).

Θα μπορούσαν να γίνουν όμορφες παρεμβάσεις και ο επισκέπτης να αντικρίζει μια ωραία εικόνα στη «βιτρίνα» ουσιαστικά της πόλης, μιας πόλης που φέτος κλείνει 150 χρόνια ζωής. Μιας πόλης που ως έμβλημά της έχει τον Πήγασο και τον έχει περιορίσει ορθώνοντας αυτό το τσιμεντένιο τείχος.

Πριν από λίγες ημέρες ο Υπουργός Μεταφορών και Επικοινωνιών κος Κωστής Χατζηδάκης επισκέφτηκε την πόλη της Κορίνθου με αφορμή την εκδήλωση της ΟΝΝΕΔ Κορινθίας για το Διαδίκτυο και τις Νέες Τεχνολογίες. Μεταξύ πολλών θεμάτων που του τέθηκαν από τους φορείς ήταν και αυτό του παλιού σταθμού του Ο.Σ.Ε. με όλα του τα παρελκόμενα (ας αντιμετωπίσουμε ως τέτοιο τη μάντρα …). Ο ίδιος αναγνώρισε το πρόβλημα και υποσχέθηκε πως σε συνεργασία με τους εμπλεκόμενους φορείς θα προβεί στις απαραίτητες ενέργειες ώστε να διευθετηθεί το θέμα.

Σημαντικό επίσης πρόβλημα της πόλης που τέθηκε στον Υπουργό ήταν και η διασταύρωση του Λεχαίου λίγο μετά την παλιά Σωληνουργεία. Ένα σημείο όπου έχουν χαθεί αρκετές ζωές και όπου καθημερινά όλοι μας προκαλούμε την τύχη μας προσπαθώντας να χρησιμοποιήσουμε τη διασταύρωση. Ειδικά όσοι βγαίνουν προς την παλαιά Εθνική Κορίνθου-Πατρών από το Λέχαιο από αυτή τη διασταύρωση, κάνουν και ένα σταυρό πριν πατήσουν το γκάζι καθώς η ορατότητα είναι ελάχιστη προς το ρεύμα που κατευθύνεται προς την Κόρινθο. Το αίτημα είναι απλό και αντικειμενικά η λύση δεν απαιτεί δα και καμιά πολυσχιδή διαπραγμάτευση ή συμφωνία. Απλά βούληση χρειάζεται και από ότι γράφτηκε και στον τοπικό τύπο το θέμα φαίνεται ότι θα λυθεί γρήγορα. Χρειάζεται να κατασκευαστεί ένας δρόμος δίπλα στις «εγκαταλελειμμένες» γραμμές που θα λειτουργεί ως παράκαμψη και θα περνά κάτω από την ανισόπεδη γέφυρα. Πρακτικά μιλάμε για χαλίκια, άσφαλτο, μια δυο μπουλντόζες και έναν οδοστρωτήρα. Μια καλύτερη δηλαδή εκδοχή αυτού που έγινε κατά την περίοδο της Έκθεσης του Επιμελητηρίου και που προς τιμήν του Προέδρου του δημιουργήθηκε υποτυπωδώς μέσα σε λίγες ημέρες κάτι που δεν μπόρεσαν να υλοποιήσουν δεκάδες «φωστήρες» στο πέρασμα των ετών.

Αρκεί βέβαια για όλα τα θέματα οι υπεύθυνοι να μην ολιγωρήσουν και να μη θεωρήσουν – όπως δυστυχώς συμβαίνει συνήθως – ότι επιτέλεσαν το χρέος τους απλώς αναφέροντας το θέμα στους ανωτέρους.

Και τα δύο θέματα που προαναφέρθηκαν είναι νευραλγικά για την Κόρινθο. Το πρώτο θέμα για λόγους καλαισθησίας, για λόγους πρακτικούς για την πόλη, για λόγους μιας ανθρώπινης κοινωνίας την οποία πολλοί ευαγγελίζονται αλλά ελάχιστοι πραγματοποιούν και βάζουν πλάτη για να επιτευχθεί. Το δεύτερο για λόγους (χωρίς υπερβολή) ζωής και θανάτου.
Ας ελπίσουμε ότι κανείς δεν θα ξεχάσει και κανείς δεν θα ολιγωρήσει. Ότι κανείς τελικά δε θα ακολουθήσει τα γνωστά ελληνικά μονοπάτια του άκρατου ωχαδερφισμού …

Εις το επανιδείν …


Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2008

Παγίδα ρευστότητας και δημόσιο χρέος



Χρύσανθος Λαζαρίδης
Συντάκτης Ελεύθερου Τύπου - Από το blog του - 30/11/2008

Υπάρχει μια παλιά ξεχασμένη έννοια στα οικονομικά που σήμερα γίνεται επίκαιρη: η παγίδα ρευστότητας. Η ρευστότητα –δηλαδή η ποσότητα του χρήματος που κυκλοφορεί στην οικονομία– είναι σαν το αίμα στον ανθρώπινο οργανισμό. Αν λείψει η ρευστότητα, σταματάει η οικονομική λειτουργία, όπως αν λείψει το αίμα, επέρχεται ο θάνατος.

Κι όταν το αίμα σταματάει να κυκλοφορεί, διότι δημιουργήθηκε ένας θρόμβος ή έκλεισε μια κεντρική αρτηρία, ο οργανισμός πεθαίνει. Το ίδιο και με το χρήμα: Αν κάπου «λιμνάσει» και δεν κυκλοφορεί, τότε επέρχεται, όχι απλή ύφεση, αλλά κατάρρευση της οικονομίας.
Πού μπορεί να λιμνάσει η ρευστότητα της οικονομίας; Στις τράπεζες.
Γιατί λιμνάζει; Διότι δεν υπάρχει κατανάλωση, δεν υπάρχει επένδυση, διογκώνεται συνεχώς η ανεργία, οι τιμές υποχωρούν και ουδείς προβαίνει σε αγορές πέρα από τα απολύτως απαραίτητα. Αφού όλοι προσδοκούν ότι αύριο θα βρουν φθηνότερες τιμές ...

Οι Αρχές διαπιστώνουν τότε ότι ένα εργαλείο τους οικονομικής πολιτικής –η προσφορά χρήματος– αχρηστεύεται. Δεν έχει νόημα να αυξήσουν την προσφορά χρήματος διότι χρήμα υπάρχει, απλώς δεν κυκλοφορεί, λιμνάζει στις τράπεζες. Ακόμα και με μηδενικά επιτόκια, ουδείς δανείζεται. Αυτή είναι η «παγίδα ρευστότητας».

Τότε γίνεται απαραίτητη μια «εξωγενής παρέμβαση» που θα κυκλοφορήσει χρήμα στην αγορά. Είτε παρακάμπτοντας την «παγίδα ρευστότητας» με απευθείας δαπάνες του κράτους, που προχωρά σε δημόσια έργα, δημιουργεί θέσεις εργασίας και προσφέρει εισόδημα. Είτε ξεμπλοκάροντας την «παγίδα ρευστότητας» ενθαρρύνοντας ή εξαναγκάζοντας τις τράπεζες να ανοίξουν τις κάνουλες του χρήματος στην αγορά, ώστε να πάψει να λιμνάζει.

Η πρώτη αντίδραση στην πρόσφατη διεθνή κρίση ήρθε να αποκαταστήσει τη ρευστότητα των τραπεζών που κινδύνευαν (αρχικό Σχέδιο Πόλσον και Σχέδιο Μπράουν). Τώρα υπάρχει ρευστότητα αλλά μένει παγιδευμένη στις τράπεζες. Κι ενεργοποιείται πλέον η δεύτερη αντίδραση, ώστε να παρακαμφθεί ή να ξεμπλοκάρει η «παγίδα ρευστότητας». Όμως, όταν τα κράτη είναι υπερχρεωμένα δεν είναι εύκολο να παρακάμψουν την «παγίδα ρευστότητας», δεν είναι εύκολο να επέμβουν απευθείας στην αγορά και να δημιουργήσουν ενεργό ζήτηση. Μπορούν μόνο να ξεμπλοκάρουν τη ρευστότητα των τραπεζών ...

Η Ελλάδα είναι υπερχρεωμένη. Γι’ αυτό κι είναι αναγκασμένη είτε να αξιοποιήσει την ανενεργή δημόσια περιουσία είτε να ξεμπλοκάρει τη ρευστότητα που είναι παγιδευμένη στις τράπεζες – να ξεμπλοκάρει την «παγίδα ρευστότητας», αντί να την παρακάμψει.

Να ξεμπλοκάρει το τραπεζικό σύστημα σε πρώτη φάση. Και να αξιοποιήσει την ανενεργή δημόσια περιουσία, ώστε να δημιουργήσει ενεργό ζήτηση και να μειώσει το δημόσιο χρέος μεσοπρόθεσμα…
Αν συμβεί αυτό, τότε η κρίση θα έχει λειτουργήσει λυτρωτικά για την ελληνική οικονομία.

Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2008

Αφαλάτωση - Το νερό του μέλλοντός μας




Αφροδίτη Πολίτη
Περιοδικό Έψιλον Ελευθεροτυπίας 30/11/2008

"Πάρτε μαζί σας νερό. Το μέλλον μας έχει πολλή ξηρασία" προειδοποιούσε ο ποιητής, και εμείς νομίζαμε ότι το έλεγε μεταφορικά. Και να που το φάντασμα της ερημοποίησης πλανιέται πάνω από στεγνούς κάμπους και ξερά νησιά· η λειψυδρία δεν είναι μόνο απειλή, αλλά πραγματικότητα.
Οι πόλεμοι του νερού θα είναι οι πόλεμοι του 21ου αιώνα, εκτιμούν οι αναλυτές, καθώς ήδη σε περιοχές όπου το νερό σπανίζει ζουν πάνω από 1 δισ. άνθρωποι - αριθμός που θα αγγίξει το 1,8 δισ. έως το 2025, σύμφωνα με προβλέψεις του ΟΗΕ. Σε ένα άνυδρο τοπίο περιπλανιέται και ο τελευταίος Τζέιμς Μποντ στο «Quantum of Solace», κυνηγώντας έναν υπέρκακό που ξεζουμίζει τον υδροφόρο ορίζοντα της Βολιβίας και καταδικάζει τους φτωχούς χωρικούς να πεθάνουν από τη δίψα.

Πού στρέφουμε, λοιπόν, τις ελπίδες μας για να μην πούμε το νερό νεράκι; Στα ανεξάντλητα αποθέματα θαλασσινού νερού, που αποτελούν το 97% του νερού που υπάρχει στον πλανήτη που, όμως, δεν μπορούμε ούτε να το πιούμε, ούτε να λουστούμε, ούτε πολύ περισσότερο να ποτίσουμε τα χωράφια μας μ' αυτό, καθώς τα άλατα θα καταστρέψουν τη γη. Η αφαλάτωση είναι μια λύση που υπόσχεται πολλά, αλλά και μια μέθοδος που συνεχώς εξελίσσεται. «Αν μπορούσαμε να βγάλουμε φτηνό καθαρό νερό από το θαλασσόνερο», είχε πει ο Τζον Φ. Κένεντι 50 χρόνια πριν, «θα είχαμε προσφέρει τεράστια υπηρεσία στην ανθρωπότητα, που θα υποσκέλιζε κάθε άλλη επιστημονική ανακάλυψη».

Σήμερα, σύμφωνα μετά στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Αφαλάτωσης, υπάρχουν 13.080 μονάδες αφαλάτωσης σε όλο τον κόσμο, οι οποίες παράγουν περισσότερο από 50 εκατομμύρια κυβικά μέτρα νερού καθημερινά - ούτε καν το 0,5% της παγκόσμιας κατανάλωσης νερού. Τα αισιόδοξα σενάρια προβλέπουν την παραγωγή αυτή να διπλασιάζεται τα επόμενα 8 χρόνια, και να φτάνει τα 109 εκατομμύρια κυβικά μέτρα νερό καθημερινά - περίπου 109 φορές τις ανάγκες του Παρισιού σε πόσιμο νερό. Προς το παρόν, το μισό αφαλατωμένο νερό παράγεται σε χώρες της Μέσης Ανατολής, δεδομένου ότι η αφαλάτωση απαιτεί μεγάλες ποσότητες ενέργειας, γι' αυτό προτιμάται σε χώρες με ελάχιστο νερό και πολύ πετρέλαιο.

Ομως, η τεχνολογία της αφαλάτωσης προοδεύει διαρκώς, και νέες πιο οικονομικές και φιλικές προς το περιβάλλον λύσεις αντικαθιστούν τις παλαιότερες ρυπογόνες και δαπανηρές εγκαταστάσεις, ενώ ήδη το κόστος παραγωγής αφαλατωμένου νερού έχει μειωθεί κατά 50% τα τελευταία 20 χρόνια. Η παλαιότερη μέθοδος αφαλάτωσης είναι η θερμική - που μοιάζει με την παραδοσιακή μέθοδο της απόσταξης, γνωστής ήδη από τον Αριστοτέλη. Το νερό εξατμίζεται και μετά υγροποιείται, καθαρό από άλατα. Η πιο πρόσφατη μέθοδος χρησιμοποιεί την ανάστροφη όσμωση, με το θαλασσινό νερό να περνά με πίεση από μεμβράνες που συγκρατούν τα σωματίδια και το αλάτι.

Για οικολογικές οργανώσεις, όπως η WWF καμία από τις δύο αυτές πρακτικές δεν θεωρείται πανάκεια, αφού εξακολουθούν να είναι ενεργοβόρες (3.000 σπίτια μπορούν να ηλεκτροδοτηθούν με την ενέργεια που χρειάζεται μια μονάδα αφαλάτωσης), μπορεί να επιβαρύνουν το φαινόμενο του θερμοκηπίου, ενώ δημιουργείται πρόβλημα με τη διαχείριση των αλμυρών καταλοίπων. Γι' αυτά τα προβλήματα υπάρχουν λύσεις, όπως η χρησιμοποίηση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

Ηδη στην Ελλάδα διαθέτουμε την οικολογική μονάδα αφαλάτωσης «Υδριάδα» στο νησάκι Ηράκλεια, στις Μικρές Κυκλάδες. Η πρωτότυπη αυτόνομη πλωτή μονάδα αφαλάτωσης, που λειτουργεί με αιολική και ηλιακή ενέργεια, βραβεύθηκε πρόσφατα από την Ε. Ε. και έχει πάρει το όνομα της από τις νύμφες του νερού της ελληνικής μυθολογίας. Μία «Υδριάδα» μπορεί να μην αρκεί για να μας σώσει από τη λειψυδρία, τρέφει όμως τις ελπίδες μας για ένα μέλλον με λιγότερη ξηρασία.