Παρασκευή 29 Μαΐου 2009
Ο δικός σου Benjamin Button ...
Korinthius Maximus
Περιοδικό MyPress - Τεύχος 9 - Μάιος 2009
Τα τελευταία χρόνια συνεχώς γκρινιάζω για τις ταινίες που βλέπω στο σινεμά. Ελάχιστες είναι εκείνες που με έκαναν να πω «Αυτή ήταν μια πολύ καλή ταινία» και ακόμα λιγότερες εκείνες που με έκαναν να σκεφτώ, να προβληματιστώ, να καθίσω να τις αναλύσω για μέρες και να αναζητήσω τις έννοιες και τα μηνύματα πίσω από την απλή θέασή τους. Όταν πετυχαίνω κανένα τέτοιο σπάνιο κελεπούρι, κάθομαι και το απολαμβάνω τέσσερεις και πέντε φορές και αν δεν έχει τίποτα καλύτερο να δω, μπορεί να το ξαναβάλω στο DVD τον επόμενο μήνα, για να επιβεβαιώσω όσα σκέφτηκα ή τουλάχιστον όσα πρόσεξα.
Είναι κάποιες ταινίες που κάθε φορά που θα τις δεις, μπορείς να προσέξεις και κάτι διαφορετικό. Και τις βλέπεις, τις ξαναβλέπεις, τις ξαναβλέπεις … Αυτές είναι οι πραγματικά «μεγάλες» ταινίες, τα πραγματικά μεγάλα έργα του σινεμά.
Είναι λογικό τέτοια αριστουργήματα να μη μπορούν να βγαίνουν κάθε μήνα, καθώς ο κινηματογράφος έχει γίνει μια βιομηχανία, με ακριβά συμβόλαια, κατεξοχήν star system και promotion πρακτικές, με χαζοχαρούμενες ακριβοπληρωμένες σταρλετίτσες και υπερεκτιμημένους αρσενικούς ηθοποιούς της αρπαχτής. Βέβαια, είναι λογικό και από πλευράς έμπνευσης, αλλά … η συχνότητα εμφάνισης μιας αξιόλογης ταινίας τα τελευταία δέκα χρόνια, προκαλεί ανησυχία για το δρόμο που τραβάει το σινεμά γενικότερα …
Ειδικά τα τελευταία χρόνια, πονάει πολύ το να πας να δεις μια «γαλότσα» στο σινεμά. Μια οικογένεια με ένα παιδί, θέλει κάτι παραπάνω από ένα μεροκάματο για να πάει σινεμά, αν συνυπολογίσουμε πατατάκια, γαριδάκια, νεράκια, αναψυκτικά, ποπ-κορν και λοιπά σκατουλάκια. Αν προσθέσουμε το χαμένο χρόνο, τις θερμίδες από τα προαναφερόμενα, τον εκνευρισμό από τους δύο-τρεις που ρεύονται «πουλώντας» μαγκιά στις συμμαθήτριές τους – δυστυχώς έχουμε φτάσει και εκεί, αλλά αυτό θα το συζητήσουμε σε επόμενο τεύχος – τη μανούρα που σε πιάνει από τον μπροστινό που κάθεται λες και έχει καταπιεί δοκάρι και από εκείνον το συνεχή ψίθυρο που τριγυρνά στην αίθουσα. Χώρια εκείνα τα κινητά που ακόμα ο μαλάκας να μάθει πως το βάζουν το ρημάδι στο «αθόρυβο» !
Μετά από όλα αυτά, τα ελάχιστα που συμβαίνουν, έχεις την απαίτηση να δεις μια καλή ταινία. Και δυστυχώς τα τελευταία χρόνια, βλέπουμε όλο κάτι μπουρδοταινίες που δεν έχουν αρχή και τέλος, σκοπό και νόημα. Τετριμμένες, ξαναζεσταμένες, χωρίς ίχνος πρωτοτυπίας, εξυπνάδας, οξύτητας. Το δυστύχημα όμως είναι ότι ακόμα και ταινίες που πολυδιαφημίζονται ως «ψαγμένες», τις χάνεις λίγο πριν το διάλειμμα, εκεί που έχεις γλαρώσει και σε παίρνει … και πιθανότατα εσύ να γίνεσαι ο ενοχλητικός για την αίθουσα με το ροχαλητό σου …
Θα δώσω ένα παράδειγμα και συγχωρείστε μου την αυθάδεια, αλλά δεν αντέχω θα το πω. Προσπαθώ εδώ και χρόνια να καταλάβω γιατί κάποιες συγκεκριμένες ταινίες του Αγγελόπουλου ας πούμε είναι αριστουργήματα … Και δε μπορώ να πω, έχω προσπαθήσει πεισματικά να μείνω ξύπνιος επιχειρώντας να τις ξαναδώ. Θεωρώ έτη φωτός καλύτερο το Βούλγαρη ας πούμε. Αν έχετε κάτι να μου εξηγήσετε, μη διστάσετε, στο mail μου !
Οι ταινίες που πιστεύω ότι είναι πραγματικά «μεγάλες», είναι εκείνες που πέρα από ένα αντικειμενικά καλοφτιαγμένο σενάριο και μια αξιοπρεπή παραγωγή, αφήνουν περιθώρια στο θεατή να χωρέσει και τις δικές του σκέψεις ή συμπεράσματα μέσα στο δημιούργημα του σεναριογράφου. Εκείνες δηλαδή που κεντρίζουν και δεν αποκλείουν την οξυδέρκεια του θεατή, ούτε εγκλωβίζουν το πλήρες τελικό εξαγόμενο συμπέρασμα. Και δε μιλάμε τώρα για αφηρημένη τέχνη, ή για συνονθυλεύματα πλάνων, συζητάμε για ολοκληρωμένο έργο. Χωράει πολλή συζήτηση το θέμα, αλλά φοβάμαι ότι και εμείς οι ίδιοι οι θεατές έχουμε υποχρεωτικά ρίξει αρκετά τα standards μας και πολλές φορές εξυψώνουμε ταινίες που απλά επέπλευσαν μέσα στον αχανή ωκεανό της μετριότητας.
Έχω την εντύπωση ότι τον τελευταίο καιρό είδα μια εξαιρετική ταινία. Ο τίτλος της είναι «The Curious Case of Benjamin Button». Απεχθάνομαι γενικώς και αορίστως το 99 % των μεταφράσεων των τίτλων των ταινιών στα ελληνικά. Τις βρίσκω πετυχημένες μόνο όταν αναφέρονται σε τίτλους όπως Ράμπο, Τιτανικός, Αμελί και κάτι τέτοια μονολεκτικά. Διαφορετικά, άλλοι είναι οι πραγματικοί τίτλοι και άλλα βάζουν στη μετάφραση (συνήθης τακτική).
Η λέξη case από τον τίτλο μου τράβηξε εξαρχής την προσοχή. Μου θύμισε παλιά τα «case studies» που κάναμε στη σχολή και σκέφτηκα ότι ίσως η ταινία είχε έδαφος προς εξερεύνηση. Θα μου πείτε τώρα … «δε βαριέσαι να προβληματίζεσαι και στο σινεμά ;», δίκιο έχετε, αλλά αν είναι να μην κερδίσω κάτι από μια ταινία, δε δέχομαι να σκάσω μια σαρανταρού. Βάζω Στάθη Ψάλτη, Γαρδέλη και Ντούζο, τρώω και μια πίτσα και κάνω την πλάκα μου με λιγότερα από τα μισά.
Η ταινία έχει να κάνει με το χρόνο. Ένα από τα αιώνια ερωτήματά μας ως ανθρωπότητα. Πόσες φορές δεν έχετε σκεφτεί «Αχ και να μπορούσα να γύρναγα το χρόνο πίσω !» ή αυτό που λέμε «Στερνή μου γνώση να σ’ είχα πρώτα !». Εκείνο που απαντάται ξεκάθαρα στην ταινία είναι ότι ο χρόνος είναι έτσι και αλλιώς κάτι που τρέχει και δεν σταματάει. Είτε από το τέλος προς την αρχή, είτε από την αρχή προς το τέλος, η αδυσώπητη αίσθηση του «χρόνου που περνά και χάνεται», δεν αλλάζει με τίποτα.
Επίσης ξεκαθαρίζεται ότι από όποια μεριά και να την πάρεις τη διαδρομή, η γνώση αποκτάται από την πορεία, από την πάροδο, είτε έτσι, είτε αλλιώς. Άρα, όσο και να προσπαθήσει η επιστήμη, σε υπόθετο δε βγαίνει. Μιλάμε για γνώση, όχι για data, για να το συγκεκριμενοποιήσουμε και εμείς αυτό.
Εντύπωση μου έκανε το εξής. Αν υποθέσουμε ότι δύο άνθρωποι, ένας άντρας και μια γυναίκα, πορεύονται στο χρόνο αντίθετα - ξεκινώντας την ίδια στιγμή και έχοντας μπροστά τους το ίδιο χρονικό διάστημα - δηλαδή ο ένας από την αρχή προς το τέλος και ο άλλος από το τέλος προς την αρχή, με μαθηματική ακρίβεια κάποια στιγμή θα συμπέσουν. Λαμβάνοντας υπόψη ένα σχετικό διάστημα μιας εικοσαετίας, συμπεραίνουμε ότι σε αυτό το διάστημα, οι δύο ταξιδιώτες του χρόνου δεν απέχουν και πολύ βιολογικά και μπορούν να αποτελέσουν ζεύγος. Αν το καλοσκεφτεί κανείς, μια περίπου εικοσαετία ο κάθε άνθρωπος μπορεί να είναι 100 % αποδοτικός από τη φύση του σε ότι και να κάνει (βιολογικά μιλάμε πάντα και σε επίπεδο φυσικών και πνευματικών δυνατοτήτων). Για μια περίπου εικοσαετία λειτουργεί το μηχάνημα στο maximum.
Κάπου εκεί, όταν το συνειδητοποιείς, αρχίζεις να εκτιμάς το χρόνο που έχουμε στη ζωή. Αρχίζεις να εκτιμάς τη «στιγμή που περνά και χάνεται» και κόβεις όλο και σε πιο μικρά κομματάκια τη λωρίδα του χρόνου που έχεις διαθέσιμη. Αν αφαιρέσεις ώρες εργασίας, υποχρεώσεων, ύπνου, τότε τα κομματάκια γίνονται όλο και πιο μικρά και κυρίως πιο πολύτιμα ! Νιώθεις καλά που το έπιασες το νόημα αυτό στην ταινία ή οποιαδήποτε ερμηνεία τέλος πάντων έδωσες.
Και ξαφνικά, η ταινία κάνει ένα δίλεπτο κρεσέντο και σε μουρλαίνει. Αφού έχεις καλμάρει και έχεις υποσχεθεί στον εαυτό σου ότι θα εκμεταλλεύεσαι καλύτερα το χρόνο σου, μπαίνει στην εξίσωση ο παράγοντας του απροσδόκητου. Του γεγονότος, της στιγμής που μπορεί να αλλάξει όλα εκείνα που με κόπο κυνηγούσες στη ζωή σου, που θυσίασες άπειρο χρόνο γι’ αυτά, που μόχθησες να πετύχεις, που κατέστησες αυτοσκοπό.
Συχνά θέτουμε στόχους στη ζωή μας. Αλλιώς δε γίνεται να πορευτούμε (;), να εξελιχθούμε. Ακόμα πιο συχνά όμως γινόμαστε δούλοι των στόχων μας, θυσιάζουμε όλα εκείνα τα κομματάκια που μαζεύαμε παραπάνω, για να πετύχουμε τον ultimate στόχο μας, το όνειρο της ζωής μας.
Και κάπου εκεί συμβαίνει κάτι που, όπως και να την έχουμε επιλέξει την κατεύθυνση, μπορεί να τα αλλάξει όλα. Κάτι που μπορεί να προέρχεται από μια ανεπαίσθητη μικροεπιλογή μας, από το αν ας πούμε ξυπνήσαμε νωρίτερα ή αργότερα για να πάμε στη δουλειά, από το αν αφήσαμε ανοιχτό το φως της εξώπορτας, από το αν ξεχάσαμε τα κλειδιά του αυτοκινήτου και γυρίσαμε πίσω. Τόσο μικρό και τόσο αδύνατα προβλέψιμο. Αυτό το κάτι μπορεί να οδηγήσει σε ένα ατύχημα, σε ένα μοιραίο, επίσης στιγμιαίο γεγονός, που δύναται να τα αλλάξει όλα. Να τα φέρει στραβά, ή να μας αλλάξει τη ζωή προς το καλύτερο.
Πόσο μικροί είμαστε απέναντι στο χρόνο και στο απρόοπτο ! Και πόσο ηλίθιοι τελικά είμαστε αν νομίζουμε ότι μπορούμε να τα σχεδιάσουμε όλα στη ζωή μας. Σχετικότητες φτιάχνουμε. Προϋποθέσεις, άμυνες, υποδομές, συνεχώς κάτι προετοιμάζουμε διάολε !
Δε λέμε να μην τα κάνουμε όλα αυτά, αλλά να σκεφτούμε και λίγο τα «κομματάκια» μας. Να τα ζήσουμε ! Τα απλά, καθημερινά, μικρά, που τελικά όσα υλικά και να έχουμε στο τέλος της λωρίδας, όσα και να έχουμε κατακτήσει σε κοινωνικό, οικονομικό και προσωπικό επίπεδο, δε γυρίζουν πίσω και αν τα έχουμε χάσει μας γεμίζουν θλίψη και μαράζι. Ας προσέχαμε, θα πω σε αυτό το σημείο. Και ας προσέχουμε, γιατί τελικά εκεί βρίσκεται η πραγματική ευτυχία. Επισημαίνεται ότι το μοιραίο μπορεί να συμβεί από όποια αφετηρία και αν έχουμε ξεκινήσει να πορευόμαστε επί της λωρίδας.
Τις στιγμές του ο καθένας τις ξέρει. Τις γνωρίζει. Ξέρει τι θέλει, τι επιζητά. Ξέρει τι τον ευχαριστεί. Είναι κάτι καθαρά υποκειμενικό. Αντικειμενικό είναι ότι το κάθε δευτερόλεπτο έχει τη σημασία και την αξία του. Όσο πλούσιος ή όσο φτωχός και να είσαι. Όσο δυνατός ή αδύναμος και να είσαι. Συνήθως αυτές οι στιγμές χρειάζονται ελάχιστο ή καθόλου οικονομικό κόστος.
Δεν ξέρω, ίσως ακόμα και το δίωρο εκείνο που σπατάλησα για να δω την ταινία ή εκείνο που θα δαπανήσω για να την ξαναδώ, μπορεί να έπρεπε να επιδιώξω κάτι καλύτερο να κάνω. Κάτι καλύτερο να ζήσω !
Μην τρελαθείς καθώς θα το σκεφτείς γιατί τότε θα φτάσεις στη στασιμότητα με τη λωρίδα από κάτω σου να τρέχει.
Απλά, προσπάθησε να ζεις ! Κάθε στιγμή σου έχει την αξία που της δίνεις …
Στείλτε μου τις σκέψεις σας στο email μου, kormaximus@gmail.com.
Τα λέμε στο επόμενο τεύχος. Μέχρι τότε, ελπίζω να μην έχετε μετανιώσει για το χρόνο που δαπανήσατε διαβάζοντας αυτό το άρθρο …
Τετάρτη 27 Μαΐου 2009
Το θεώρημα του παπαγάλου
Γιάννης Πρετεντέρης
Δημοσιογράφος
Άρθρο του στην εφημερίδα "Το Βήμα" - 24/5/2009
Γιατί άραγε ξεσηκώθηκε τόση φασαρία για τα πράσινα παπαγαλάκια; Γιατί ένα διαφημιστικό σποτ, χαριτωμένο ίσως και ευρηματικό, αλλά ένα απλό διαφημιστικό σποτ, κινδυνεύει να εξελιχθεί σε κεντρικό θέμα της προεκλογικής εκστρατείας;
Για έναν πολύ απλό λόγο: επειδή όλοι αντιλαμβανόμαστε ότι το συγκεκριμένο διαφημιστικό εύρημα περιέχει σημαντική δόση αλήθειας. Δεν είναι τυχαίο ότι οι πρώτοι που οργίστηκαν και έσπευσαν να το κατακρίνουν ή να το αντικρούσουν είναι όσοι- πολιτικοί και δημοσιογράφοι- αναγνώρισαν στα παπαγαλάκια τον εαυτό τους.
Δυστυχώς, υπάρχουν πράσινοι παπαγάλοι. Όπως υπάρχουν και μπλε παπαγάλοι και κόκκινοι παπαγάλοι. Και υπάρχουν επειδή ο παπαγάλος στο πολιτικό μας σύστημα είναι προστατευόμενο είδος. Τι προστατευόμενο; Περιζήτητο! Όλη η πολιτική αντιπαράθεση στηρίζεται στην ύπαρξη εκατέρωθεν παπαγάλων που διαλαλούν ή ψιθυρίζουν την κομματική αλήθεια τους, μηδενίζοντας, ισοπεδώνοντας ή απαξιώνοντας όλα τα άλλα.
Πόσοι πολιτικοί στην Ελλάδα χαρακτηρίζονται από ανεξαρτησία σκέψης και αυτοτέλεια απόψεων; Πόσοι δημοσιογράφοι κάνουν τη δουλειά τους απαλλαγμένοι από κάθε προκατάληψη, κάθε επιδίωξη και κάθε σκοπιμότητα;
Και πόσοι από αυτούς που μετέχουν στο δημόσιο αλισβερίσι μπορούν να ισχυριστούν ότι προσεγγίζουν τα πράγματα με ανιδιοτελή μέτρα και σταθμά, ίδια προς όλουςή, τουλάχιστον, ότι προσπαθούν να το κάνουν;
Δεν θα διακινδυνεύσω την απάντηση, την ξέρουμε όλοι. Ζούμε σε μια χώρα όπου με απόλυτη βεβαιότητα μπορεί να προβλέψεις τι θα γράφουν οι περισσότερες εφημερίδες της επομένης. Όπου ραδιόφωνα εκπέμπουν σχεδόν από τα Γραφεία Τύπου των κομμάτων. Όπου το ρεπορτάζ μπερδεύεται με την κομματική προπαγάνδα. Στη χώρα όπου επιζεί η αντίληψη του «παραταξιακού Τύπου», μια έκφραση που σε άλλες γλώσσες δεν υπάρχει ούτε ως μετάφραση! Ο ρόλος του παπαγάλου στον δημόσιο βίο είναι τόσο κυριαρχικός ώστε ορισμένα δελτία ειδήσεων επιστράτευσαν επισήμως δημοσιογράφους σε αντίστοιχους ρόλους. Και ξέρετε γιατί; Επειδή αυτό ζητεί ένα μεγάλο μέρος του κοινού. Χωρίς ζήτηση δεν ζει καμία αγορά.
Υπάρχουν άνθρωποι που περιμένουν να ακούσουν ή να διαβάσουν μόνο αυτό που οι ίδιοι φρονούν, χωρίς καμία απόκλιση από την κομματική ή ιδεολογική επιλογή που προσδιορίζει το φρόνημά τους. Χωρίς καμία απόσταση. Για αυτούς θεμιτό είναι το δεδομένο. Και όταν ο συνομιλητής τους αποκλίνει από το δεδομένο, καθίσταται σχεδόν αθέμιτος.
Με άλλα λόγια οι παπαγάλοι υπάρχουν επειδή στην Ελλάδα η πολιτική είναι η τέχνη της παπαγαλίας. Επειδή η αυτοτέλεια των ανθρώπων είναι είδος εν ανεπαρκεία. Και επειδή ο απεγκλωβισμός από τις παραταξιακές σκοπιμότητες και βεβαιότητες θέλει μεγάλο κόπο και πολύ γερό στομάχι. Πόσοι είναι διατεθειμένοι να τον επιχειρήσουν;
Το σποτ της ΝΔ λοιπόν λέει την αλήθεια. Αλλά μόνο ένα μέρος της αλήθειας. Διότι σε αυτό το σύστημα η ίδια η ΝΔ είχε και έχει πρωταγωνιστικό ρόλο. Σε αυτό το σύστημα η ΝΔ στηρίχτηκε και στηρίζεται. Και «το θεώρημα του παπαγάλου» λέει σαφώς: «Μην κατηγορείς τους άλλους παπαγάλους, όταν παπαγαλίζεις ο ίδιος:αποκλείεται να σε πιστέψουν οι ψηφοφόροι!».
Δευτέρα 25 Μαΐου 2009
Οι «ορθόδοξες» εκθέσεις

Κατερίνα Τζωρτζινάκη
Δημοσιογράφος
Άρθρο της στην εφημερίδα "Ναυτεμπορική" - 19/5/2009
Πέρυσι ήταν ο Σεφέρης, η μετάφραση των Νέων Ελληνικών σε... Νέα Ελληνικά και οι τρόποι επανασύνδεσης με την παράδοση.
Η Εξεταστική Επιτροπή ήταν σαφής. Οσοι θέλουν να τα πάνε καλά στα μαρμαρένια αλώνια των Πανελληνίων, δεν πρέπει να απομακρυνθούν από το «κανονικό», το «ορθόδοξο» που τους υπαγορεύεται. Η απομάκρυνση απ' την παράδοση είναι οπωσδήποτε αρνητική και οφείλουν να εξηγήσουν όχι μόνο το γιατί, αλλά και το πώς θα το ανατρέψουν αυτό. Ψιλά γράμματα το γεγονός ότι ο Σεφέρης μόνο «παραδοσιακός ελληνολάτρης» δεν ήταν.
Και φέτος η Επιτροπή ήταν πιστή στο ραντεβού της με την παράδοση. Τα μέλη της Επιτροπής μπορεί να αλλάζουν, αλλά η εμμονή της στη σύνδεση του παλιού με το καινούργιο παραμένει αναλλοίωτη. Το βιβλίο κινδυνεύει και οι υποψήφιοι καλούνται να το σώσουν.
Στην παραγωγή κειμένου (έτσι αποκαλούν οι σοφοί, πλέον, την έκθεση) ζητήθηκε από τους υποψηφίους να αιτιολογήσουν την καταστροφή των βιβλίων κατά το τέλος του σχολικού έτους και να αναφερθούν στους τρόπους που θα συμβάλουν στην αρμονική συνύπαρξη του βιβλίου με τα ηλεκτρονικά μέσα πληροφόρησης και γνώσης.
Δηλαδή, επειδή δεν συνυπάρχει αρμονικά το χαρτί με το πυρίτιο, ρίχνονται τα σχολικά βιβλία στην πυρά, κι όχι γιατί είναι προχειρογραμμένα, απωθητικά, ενισχύουν την αποστήθιση και υπηρετούν την παντοδυναμία των εξετάσεων; Η τελετουργία δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο των παιδιών του Διαδικτύου. Και οι γενιές που δεν μεγάλωσαν με υπολογιστή και κινητό, με αυτή τη συμβολική βία μετέδιδαν το μήνυμα της απαρέσκειας γι' αυτό που εκπροσωπεί το σχολικό βιβλίο, την απόλυτη έκφραση της συμβατικής γνώσης.
«Η μάχη του ανθρώπου δεν θα χαθεί ενόσω θα υπάρχει καταφυγή του Λόγου, το βιβλίο» καταλήγει το κείμενο του «στηθοσκόπου της αγωνίας μας», Αγγελου Τερζάκη, που δόθηκε στις αγρίως στρεσαρισμένες νεανικές ψυχές. Τα «ηλεκτρονικά μέσα πληροφόρησης και γνώσης» δεν είναι τα βιβλία της γενιάς του Web;
Δημοσιογράφος
Άρθρο της στην εφημερίδα "Ναυτεμπορική" - 19/5/2009
Πέρυσι ήταν ο Σεφέρης, η μετάφραση των Νέων Ελληνικών σε... Νέα Ελληνικά και οι τρόποι επανασύνδεσης με την παράδοση.
Η Εξεταστική Επιτροπή ήταν σαφής. Οσοι θέλουν να τα πάνε καλά στα μαρμαρένια αλώνια των Πανελληνίων, δεν πρέπει να απομακρυνθούν από το «κανονικό», το «ορθόδοξο» που τους υπαγορεύεται. Η απομάκρυνση απ' την παράδοση είναι οπωσδήποτε αρνητική και οφείλουν να εξηγήσουν όχι μόνο το γιατί, αλλά και το πώς θα το ανατρέψουν αυτό. Ψιλά γράμματα το γεγονός ότι ο Σεφέρης μόνο «παραδοσιακός ελληνολάτρης» δεν ήταν.
Και φέτος η Επιτροπή ήταν πιστή στο ραντεβού της με την παράδοση. Τα μέλη της Επιτροπής μπορεί να αλλάζουν, αλλά η εμμονή της στη σύνδεση του παλιού με το καινούργιο παραμένει αναλλοίωτη. Το βιβλίο κινδυνεύει και οι υποψήφιοι καλούνται να το σώσουν.
Στην παραγωγή κειμένου (έτσι αποκαλούν οι σοφοί, πλέον, την έκθεση) ζητήθηκε από τους υποψηφίους να αιτιολογήσουν την καταστροφή των βιβλίων κατά το τέλος του σχολικού έτους και να αναφερθούν στους τρόπους που θα συμβάλουν στην αρμονική συνύπαρξη του βιβλίου με τα ηλεκτρονικά μέσα πληροφόρησης και γνώσης.
Δηλαδή, επειδή δεν συνυπάρχει αρμονικά το χαρτί με το πυρίτιο, ρίχνονται τα σχολικά βιβλία στην πυρά, κι όχι γιατί είναι προχειρογραμμένα, απωθητικά, ενισχύουν την αποστήθιση και υπηρετούν την παντοδυναμία των εξετάσεων; Η τελετουργία δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο των παιδιών του Διαδικτύου. Και οι γενιές που δεν μεγάλωσαν με υπολογιστή και κινητό, με αυτή τη συμβολική βία μετέδιδαν το μήνυμα της απαρέσκειας γι' αυτό που εκπροσωπεί το σχολικό βιβλίο, την απόλυτη έκφραση της συμβατικής γνώσης.
«Η μάχη του ανθρώπου δεν θα χαθεί ενόσω θα υπάρχει καταφυγή του Λόγου, το βιβλίο» καταλήγει το κείμενο του «στηθοσκόπου της αγωνίας μας», Αγγελου Τερζάκη, που δόθηκε στις αγρίως στρεσαρισμένες νεανικές ψυχές. Τα «ηλεκτρονικά μέσα πληροφόρησης και γνώσης» δεν είναι τα βιβλία της γενιάς του Web;
Παρασκευή 22 Μαΐου 2009
Ο λαός δε θέλει την αλήθεια και οι πολιτικοί δε του τη λένε
Κ. Σ. Παπανικολάου
Αρθρογράφος
Άρθρο του στην εφημερίδα "Απογευματινή" - 20/5/2009
Οι μεγάλες αλήθειες λέγονται από αυτούς που δεν έχουν να σηκώσουν πολιτικό κόστος. Δυστυχώς, είτε μας αρέσει είτε όχι αυτή, είναι η αλήθεια της ελληνικής πραγματικότητας που επιτάθηκε τα τελευταία χρόνια.
Έτσι ο μεν λαός ζει στην άγνοια της πραγματικότητας και βολεύεται με αυτήν, οι δε ηγέτες του βολεύονται επίσης στα έδρανα του Κοινοβουλίου, όταν αρνούνται να πουν τη δύσκολη αλήθεια και χάνουν τη βόλεψή τους, όταν και όποτε το αποτολμήσουν. Μας το θύμισε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, ο οποίος επέρριψε ευθύνες για τη σημερινή κατάσταση της οικονομίας «στο διαχρονικό εφησυχασμό και τη διστακτικότητα της οικονομικής πολιτικής να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις». Πρόσθεσε ότι οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης που εμφάνιζε τα τελευταία χρόνια η ελληνική οικονομία στηρίζονταν σε συγκυριακούς παράγοντες και ανέφερε ότι «προκοπή και ευημερία δεν γίνεται με τον υπερδανεισμό και τη συσσώρευση χρεών».
Βεβαίως επισήμανε ότι η κρίση μπορεί να αποτελέσει την αφορμή για την αλλαγή του υφιστάμενου καταναλωτικού προτύπου που ανάδειξε την κατανάλωση ως την υπέρτατη κοινωνική αξία. Σε ποια κοινωνία όμως; Την ελληνική; Δύσκολο ως αδύνατο.
Πρότεινε ακόμα την υιοθέτηση ενός συνολικού σχεδίου, το οποίο θα πρέπει να αποβλέπει όχι μόνο στη θεραπεία των δημοσιονομικών ανισορροπιών αλλά και των χρόνιων διαρθρωτικών αδυναμιών, που σταθερά τροφοδοτούν και διογκώνουν τα εσωτερικά και εξωτερικά μας ελλείμματα.
Η πολιτική αυτή -είπε- θα έχει δύο προτεραιότητες. Πρώτον, τη δημοσιονομική προσαρμογή, κυρίως με μέτρα μόνιμου χαρακτήρα και δεύτερον, την τόνωση της επιχειρηματικότητας, της εξωστρέφειας και της ανταγωνιστικότητας, με τολμηρές διαρθρωτικές παρεμβάσεις.
Και ποιοι από τους «θιγόμενους» βολεμένους θα το αποδεχθούν; Ζήτησε βεβαίως μια δημοσιονομική πολιτική, η οποία πρέπει να θεραπεύσει χρόνιες αγκυλώσεις και υστερήσεις. Επισήμανε δε ότι λόγω και των λανθασμένων επιλογών του παρελθόντος, η δημοσιονομική πειθαρχία είναι σήμερα απολύτως αναγκαία. Πολύ σωστά όλα αυτά. Τα έλεγε και ο προκάτοχός του.
Και τι γινόταν; Ο κεντρικός μας τραπεζίτης τα έλεγε και οι πολιτικοί μας μας γλύκαιναν τα αυτιά, φοβούμενοι την αντίδραση των βολεμένων τσαμπουκάδων και τις πλάνες των μη εχόντων, που ελπίζουν σε μαγικές λύσεις και εναποθέτουν την πίστη τους στα κόμματα… που δεν εμπιστεύονται! Τραγέλαφος. Και μάλιστα αδιέξοδος.
Τετάρτη 20 Μαΐου 2009
Η βλακεία είναι όπως η γρίπη ...
Πέτρος Μανταίος
Αρθρογράφος
Άρθρο του στην εφημερίδα "Ελευθεροτυπία" - 18/5/2009
Ο δήμαρχος Σκοπίων, που προέρχεται από το κυβερνών εθνικιστικό κόμμα του Γκρούεφσκι, αποφάσισε να εγκαταστήσει -το αργότερο έως τον Οκτώβριο 2010- επιβλητικό άγαλμα 12 μέτρων σε βάση 10 μέτρων, του έφιππου στον Βουκεφάλα Μεγαλέξανδρου, στην κεντρική πλατεία των Σκοπίων.
Με γεια του, με χαρά του! Αφού δεν έχουν άλλο κεντρικό πρόσωπο που να συμβολίζει το «έθνος» και την «ιστορία» τους, ας «πατεντάρουν» για «πρόγονο» κάποιον που ανδραγάθησε... οχτώ αιώνες πριν εκείνοι πατήσουν στο βυζαντινό θέμα της Μακεδονίας...
Στην Τουρκία τώρα... αντικειμενική και... απροκατάληπτη οργάνωση από την επωνυμία «Ομάδα Ιστορικών Ερευνών 360 μοίρες» (πλήρης επαναφορά δηλαδή...) ναυπήγησε αντίγραφο από αρχαία διήρη (πλοίο με δυο σειρές κουπιών, απ' αυτά που ναυπηγούσαν οι πρόγονοί τους στις... στέπες της Κεντρικής Ασίας...). Το οποίο και με το καθόλα... τουρκικό όνομα «Κυβέλη» ενέταξαν στις εκδηλώσεις «Τουρκικού έτους» στη Γαλλία. Αυτή η διήρης λοιπόν -που θα αποπλεύσει από τη μικρασιατική Φάτσα (Φώκαια) και θα καταπλεύσει στη Μασσαλία- θα «πιστοποιήσει» ότι οι... Φάτσες (Φωκαείς) ίδρυσαν τη Μασσαλία πριν από 2.600 χρόνια· δηλαδή... δεκαέξι αιώνες προτού οι Τούρκοι πάρουν μυρουδιά από Μικρασία...
Δεν είναι γι' αστεία! Το 2004 που επισκέφτηκα την Εφεσο και αγόρασα -από το πωλητήριο- αρχαιολογικό βοήθημα στα ελληνικά (!), είδα τον Ομηρο να αναγράφεται ως, Ομέρ, Τούρκος ποιητής του 8ου (από... αβλεψία δεν διευκρινιζόταν αν ήταν προ ή μετά Χριστόν αιώνα!) Το έχω ξαναγράψει: Δεν νιώθω τον εαυτό μου κατευθείαν απόγονο Πελασγών τε και Αχαιών... Όμως, ο βλακώδης εθνικισμός, όταν φτάνει στο «έξι» της κλίμακας της «γρίπης των Χοίρων», χρειάζεται και κάποια διπλωτικά «εμβόλια», γιατί αλλιώς μεταδίδεται ...
Δευτέρα 18 Μαΐου 2009
Σε ποιον τελικά ανήκει ο Ρίτσος ;
Γιώργης Γιατρομανωλάκης
Ομότιμος καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας και συγγραφέας.
Άρθρο του στην εφημερίδα "Το Βήμα" - 17/5/2009
«Το ΚΚΕ τιμά τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Γ. Ρίτσου, προβάλλοντας πλατιά στο λαό και στη νεολαία την ανεκτίμητη προσφορά, με την Τέχνη του, στο λαϊκό κίνημα, συνυφασμένη με την αγωνιστική στάση ζωής. Αυτή η όσμωση είναι που αναβλύζει (sic) την τεράστια αφυπνιστική δύναμη του έργου του, που συνεγείρει σμιλεύοντας την εργατική συνείδηση ως την αναγκαιότητα της κοινωνικής επανάστασης». Με αυτά τα ανελλήνιστα και χωρίς νόημα ελληνικά ανοίγει το Αφιέρωμά του ο «Ριζοσπάστης» (3/5/09) για να τιμήσει τα 100 χρόνια από τη γέννηση του ποιητή. Όμως, για να ξεκινήσουμε από τα βασικά, όταν θέλουμε να δείξουμε τιμή και σεβασμό στον Ρίτσο (και σε κάθε ποιητή μας) που είχε ως κύριο, για να μην πω μοναδικό όπλο του τον απλό και συνάμα μουσικό, ευγενικό και πολύτροπο ελληνικό λόγο του, τότε καλό είναι, τουλάχιστον, να μην αναφερόμαστε στο έργο του με γλώσσα βάρβαρη και άξεστη.
Εν πάση περιπτώσει, καλώς έπραξε το ΚΚΕ (το όφειλε άλλωστε) να τιμήσει τον ποιητή και πολίτη Ρίτσο που όχι μόνο ύμνησε τους μεγάλους εθνικούς και κοινωνικούς αγώνες του λαού, αλλά έλαβε και ο ίδιος μέρος πάντα στην πρώτη γραμμή. Ωστόσο αυτή η «τιμή» που οι συντάκτες του Αφιερώματος απέδωσαν τελικά στον ποιητή καθόλου δεν είναι η οφειλόμενη και η δίκαιη. Οχι μόνο για την αθλιότητα των ελληνικών τους, ούτε επειδή πουθενά δεν θίγουν με σοβαρότητα και δεν στοχάζονται τα μεγάλα θέματα του εκτενούς και απείθαρχου έργου του Ρίτσου (θέματα ποιητικά, καλλιτεχνικά, πολιτικά, ηθικά, ερωτικά, προσωπικά, υπαρξιακά κ.λπ.) αλλά κυρίως επειδή, για άλλη μια φορά, χρησιμοποιούν τον ποιητή σαν δήθεν «σπλάχνο των σπλάχνων» τους για να διαδώσουν την «αλήθεια» τους και να διασαλπίσουν μια «τίμια αντεπίθεση» ενάντια σε όσους «κακοποιούν», «βεβηλώνουν», «διαστρεβλώνουν», «παραμορφώνουν» το έργο του. «Εκατοντάδες σελίδες», αποφαίνεται το Αφιέρωμα, «σοβαροφανών αναλύσεων γράφτηκαν αυτά τα τελευταία χρόνια, τόσο ξένες προς τη σκέψη του ποιητή και τόσο ανάξιες του διαμετρήματός του, ώστε να αποτελούν κυριολεκτικά βεβήλωση».
Δυστυχώς αυτοί οι «ορθόδοξοι» εκτιμητές και ανατόμοι του έργου του Ρίτσου ούτε ονόματα των «σοβαροφανών» και «βέβηλων» μάς δίνουν, ούτε (το χειρότερο) μας προσφέρουν μια στοιχειώδη βιβλιογραφία του γούστου και της έγκρισής τους, έτσι, να φωτιστούμε κι εμείς. Αντίθετα, όπως συνήθως γίνεται σε αυτού του είδους τις καταγγελίες, αναφέρονται γενικά και αόριστα άνθρωποι «με πανεπιστημιακές, συγγραφικές αλλά και αριστερές περγαμηνές, ορισμένοι από τους οποίους είχαν την τύχη να συνεργαστούν με τον ποιητή»(!). Κοντολογίς δηλαδή και με βάση την ατσάλινη λογική του συντάκτη αυτού του κειμένου, κάποιοι από τους βέβηλους, θρασύδειλους παραχαράκτες και σοβαροφανείς αναλυτές «συνεργάστηκαν» με τον ποιητή. Αλλά τότε και ο ποιητής «συνεργάστηκε» με αυτά τα υποκείμενα, πράγμα που σημαίνει, σύντροφοι, πως και ο ποιητής δεν είναι εντελώς αθώος... Ετσι δεν είναι;
Προφανώς και δεν χρειάζεται να επιμείνουμε σε αυτού του τύπου τη λογική. Δεν χρειάζεται να «πούμε περισσότερα. Καταλαβαινόμαστε...». Το ερώτημα ωστόσο που τίθεται για κάθε τίμιο αναγνώστη αυτού του Αφιερώματος είναι το εξής. Αλήθεια, αυτή είναι όντως η «σκέψη» και το «διαμέτρημα» του Ρίτσου, όπως θέλουν να μας δείξουν οι συντάκτες του; Οτι λ.χ. η Σονάτα δεν περιέχει και «στοιχεία αυτοεξομολόγησης», δεν είναι και « υπαρξιακό ποίημα με κυρίαρχα τα μοτίβα της φθοράς και του θανάτου» αλλά είναι σκέτα ένα ποίημα «αντινομιών» που ο Ρίτσος τις κάνει «να ξεπερνιούνται και να λύνονται στο υψηλό επίπεδο των θέσεων του διαλεκτικού υλισμού»; Γιατί αν είναι έτσι τα πράγματα, τότε και οι λοιπές μεγάλες, όμορες και συγγενείς συνθέσεις της Τέταρτης Διάστασης μαζί και η Ελένη (κυρίως αυτή) δεν είναι τίποτε άλλο παρά η απελπισμένη προσπάθεια ενός ποιητή να μας πείσει με εκατοντάδες στίχους πως οι «αντινομίες» λύνονται με τον «υψηλό διαλεκτικό υλισμό». Με αυτή την «κριτική» οι εκατό ποιητικές συλλογές του Ρίτσου, τα εννέα μυθιστορήματά του (αυτά πια!), τα τέσσερα θεατρικά έργα του, οι μελέτες και οι μεταφράσεις τους, οι επιστολές του, όλα αυτά γράφτηκαν για να περάσουν μέσα από την τρύπα μιας στρεβλής κομματικής βελόνας!
Όλα τα πρόσεξαν οι άνθρωποι της αντεπίθεσης και της κάθαρσης. Τα ποιήματα, τις γλυκερές «αναλύσεις» κι ας καταδικάζουν ασύστολα τις πολιτιστικές «ψευτο-ευαισθησίες» των άλλων. Πρόσεξαν και τις φωτογραφίες. Αλλά παρά ταύτα έγινε το μοιραίο λάθος. Οχι τα λεκτικά, εκφραστικά, λογικά και ερμηνευτικά σφάλματα (θανάσιμα για τους ποιητές) αλλά γιατί τους παραπλάνησαν δυο φωτογραφίες του ποιητή. Μάλιστα. Αυτός ο δόλιος ποιητής (ελπίζω να εννοήσουν τι εννοώ οι συντάκτες του Αφιερώματος) εμφανίζεται δύο φορές, μία στο εξώφυλλο του Αφιερώματος και μία μέσα, να κάθεται πάνω στις κροκάλες της ακρογιαλιάς. Στη μια μας κοιτάζει χαμογελαστός, ανέμελος και ωραίος, με φόντο τη θάλασσα, στην άλλη σκυμμένος δουλεύει τις πέτρες. Φορά και στις δύο ασπρογάλανα καπιταλιστικά σνίκερς! Επιτρέπεται κάτι τέτοιο σ΄ έναν ποιητή του «υψηλού διαλεκτικού υλισμού»; Το βρίσκω εκζητημένο και κανονικά δεν θα έπρεπε αυτές οι φωτογραφίες να βρίσκονται στο Αφιέρωμα. Είναι παντελώς έξω από το όλον επαναστατικό κλίμα...
Ειλικρινά δεν ειρωνεύομαι. Ούτε θέλω να δώσω ονόματα σε πράγματα και πρόσωπα, αλλά σκέφτομαι, καθώς περιδιαβάζω άλλη μια το Αφιέρωμα, μήπως τελικά έχουν δίκιο οι συντάκτες του; Μήπως δηλαδή κάνει λάθος η Προκοπάκη, ο Αργυρίου, ο Πρεβελάκης, ο Μαρωνίτης, ο Σαββίδης, ο Πήτερ Μπήαν, ο Ε. Κήλυ, οι νέοι λαμπροί μελετητές του ποιητή, οι διατριβές, οι σοβαρές μελέτες και τα άρθρα σε ελληνικά και ξένα περιοδικά, όλοι εκείνοι που δεκαετίες τώρα μοχθούν να βγάλουν τον ποιητή από τη σιωπή και να δείξουν την τέχνη του και τα μεγάλα θέματα που τον απασχολούν, μήπως δηλαδή όλοι αυτοί κάνουν λάθος, βέβηλοι συνάμα και παραχαράκτες, και έχει δίκιο η κυρία Ελένη Μηλιαρονικολάκη, μέλος της ΚΕ και υπεύθυνη του Πολιτιστικού Τμήματος της ΚΕ του ΚΚΕ; Λέτε;
Παρασκευή 15 Μαΐου 2009
Οι ναυαγοί της άνοιξης

Ρίκα Βαγιάνη
Αρθρογράφος
Άρθρο της στην εφημερίδα "Έθνος" - 12/5/2009
Αρθρογράφος
Άρθρο της στην εφημερίδα "Έθνος" - 12/5/2009
Φτάνουμε στις όχθες του καλοκαιριού μισοπνιγμένοι από την εξάντληση ενός ατέλειωτου χειμώνα, που μέτρησε μια σειρά από πικρές ήττες.
Δεν πέρασαν καλά φέτος οι Έλληνες. Με τις σκιές του Γρηγορόπουλου και της Κούνεβα, με τις φριχτές εικόνες από την Παλαιστίνη, με το φάσμα της ακρίβειας, της ανεργίας και της παγκόσμιας ύφεσης να μη μας αφήνουν να ησυχάσουμε.
Αυτές τις πρώτες θερινές μέρες έχω ανάγκη να κοιτάζω μόνο αυτά που μου φτιάχνουν τη διάθεση, που μου δίνουν κουράγιο. Ναυαγός της άνοιξης, γραπώνομαι από εικόνες-σανίδες σωτηρίας, οτιδήποτε μπορεί να μου δώσει μια ανάσα, να με φτάσει μέχρι την ακτή της πρώτης βουτιάς. Χιλιάδες ποδηλάτες να ορμάνε στους δρόμους της πρωτεύουσας διεκδικώντας το αυτονόητο δικαίωμα να υπάρχουν.
Πιτσιρικάδες με σακούλες σκουπιδιών μεγαλύτερες από το μπόι τους να καθαρίζουν παραλίες, κάνοντας το χαμαλίκι γλέντι, μ ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά. Τριάντα παιδιά, από επτά μέχρι δεκαεπτά χρόνων, σε μια ηλιόλουστη αίθουσα στο Κορωπί, μονομαχούν στο σκάκι και το καταδιασκεδάζουν. Ένα πανό στα Μεσόγεια ξεδιπλώνεται θρασύτατα πάνω από τους δρόμους ταχείας κυκλοφορίας, διαλαλώντας το μήνυμα «Ανακύκλωση - η μόνη λύση».
Ο,τι μπορεί να καταμετρηθεί από τις επίσημες στατιστικές με βαραίνει - από την πρόθεση ψήφου μέχρι το πόσα κακοποιημένα παιδιά καταγράφηκαν και φέτος.
Όλες μου οι σανίδες σωτηρίας είναι «εκτός» συστήματος. Σατιρικές ιστοσελίδες, blogs θυμού και καταγγελίας, βιβλία «κάτω από το ραντάρ», ομαδικές και προσωπικές δουλειές φίλων, μουσικές, φωτογραφικές δουλειές, μικρές «μεγάλες» ταινίες εκτός διανομής, εκτός διαλογής.
Οι δουλειές τους χειροποίητα διαμάντια που δεν τα μετράει καμιά μέτρηση, δεν τα κάνει «φέτες αγοράς» κανένα γκάλοπ.
Οι ναυαγοί της άνοιξης «δεν ξέρουν, δεν απαντάνε». Μόνο κολυμπάνε, σαν τους σολομούς, αντίθετα στο ρεύμα, προς ένα καλοκαίρι ακόμα για να ζευγαρώσουν με το όμοιο είδος. Τους εύχομαι καλό κουράγιο.
Δεν πέρασαν καλά φέτος οι Έλληνες. Με τις σκιές του Γρηγορόπουλου και της Κούνεβα, με τις φριχτές εικόνες από την Παλαιστίνη, με το φάσμα της ακρίβειας, της ανεργίας και της παγκόσμιας ύφεσης να μη μας αφήνουν να ησυχάσουμε.
Αυτές τις πρώτες θερινές μέρες έχω ανάγκη να κοιτάζω μόνο αυτά που μου φτιάχνουν τη διάθεση, που μου δίνουν κουράγιο. Ναυαγός της άνοιξης, γραπώνομαι από εικόνες-σανίδες σωτηρίας, οτιδήποτε μπορεί να μου δώσει μια ανάσα, να με φτάσει μέχρι την ακτή της πρώτης βουτιάς. Χιλιάδες ποδηλάτες να ορμάνε στους δρόμους της πρωτεύουσας διεκδικώντας το αυτονόητο δικαίωμα να υπάρχουν.
Πιτσιρικάδες με σακούλες σκουπιδιών μεγαλύτερες από το μπόι τους να καθαρίζουν παραλίες, κάνοντας το χαμαλίκι γλέντι, μ ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά. Τριάντα παιδιά, από επτά μέχρι δεκαεπτά χρόνων, σε μια ηλιόλουστη αίθουσα στο Κορωπί, μονομαχούν στο σκάκι και το καταδιασκεδάζουν. Ένα πανό στα Μεσόγεια ξεδιπλώνεται θρασύτατα πάνω από τους δρόμους ταχείας κυκλοφορίας, διαλαλώντας το μήνυμα «Ανακύκλωση - η μόνη λύση».
Ο,τι μπορεί να καταμετρηθεί από τις επίσημες στατιστικές με βαραίνει - από την πρόθεση ψήφου μέχρι το πόσα κακοποιημένα παιδιά καταγράφηκαν και φέτος.
Όλες μου οι σανίδες σωτηρίας είναι «εκτός» συστήματος. Σατιρικές ιστοσελίδες, blogs θυμού και καταγγελίας, βιβλία «κάτω από το ραντάρ», ομαδικές και προσωπικές δουλειές φίλων, μουσικές, φωτογραφικές δουλειές, μικρές «μεγάλες» ταινίες εκτός διανομής, εκτός διαλογής.
Οι δουλειές τους χειροποίητα διαμάντια που δεν τα μετράει καμιά μέτρηση, δεν τα κάνει «φέτες αγοράς» κανένα γκάλοπ.
Οι ναυαγοί της άνοιξης «δεν ξέρουν, δεν απαντάνε». Μόνο κολυμπάνε, σαν τους σολομούς, αντίθετα στο ρεύμα, προς ένα καλοκαίρι ακόμα για να ζευγαρώσουν με το όμοιο είδος. Τους εύχομαι καλό κουράγιο.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






