Τετάρτη 29 Απριλίου 2009

Η φήμη ως ελιξίριο αθανασίας







Νίκος Τσαγκρής
Αρθρογράφος
Άρθρο του στην εφημερίδα "Έθνος"



Κάθισα να δω την εκπομπή «Μεγάλοι Ελληνες», του ΣΚΑΪ, με την ελπίδα να δω τον εαυτό μου μέσα.

Έλληνας είμαι, και μεγάλος. Υπό την έννοια ότι από τότε που επικράτησε η κουλτούρα ΠΑΣΟΚ, «ρε μεγάλε» και «ρε μεγάλε» με προσφωνούν οι πάντες. Από τον μανάβη και τον περιπτερά της γειτονιάς έως τον βουλευτή και τον υπουργό, που λέει ο λόγος. Υπό την ίδια ποσοτική έννοια, όλοι χωράνε μέσα στους «Μεγάλους Έλληνες» του ΣΚΑΪ, και κάθε ΣΚΑΪ: Κανένας δεν οφείλει να αισθάνεται «μικρός»...

Ούτε «μεγάλος». Εκείνο που μετράει (και μετριέται) είναι η φήμη και το μέγεθός της, στη διάρκεια του χρόνου.

Η φήμη ως ελιξίριο αθανασίας: οι δημοσιογράφοι στοχεύουν στην άμεση επιτυχία, οι καλλιτέχνες στην αιώνια ζωή, σημειώνει ο Φερνάντο Πεσόα. Και οι επιστήμονες, και οι στοχαστές, και οι πολιτικοί, συμπληρώνω. Οι πάντες. Ο φόβος του θανάτου ανάγει σε κορυφαία... επιστήμη την αναζήτηση της αθανασίας: μέσω δεκάδων θρησκειών και δογμάτων που προσφέρουν αιώνια ζωή! Με τη διαφορά ότι οι πλέον ευφυείς (οι καλλιτέχνες κατά συνθήκη) δεν μασάνε, αναζητούν την αθανασία στη φήμη...

Ή στην κακοφημία. Ο Ηρόστρατος, ας πούμε, παραμένει «αθάνατος» από το 356 π.Χ. μέχρι σήμερα, ως ο εμπρηστής του ναού της Αρτέμιδος, ενός εκ των «θαυμάτων» του κλασικού κόσμου. Έβαλε τη φωτιά για να τον θυμούνται οι μεταγενέστεροι, όπως είπε (ισχυρίσθηκε ότι με την πράξη του αυτή φιλοδοξούσε να κερδίσει την αθανασία). Και τα κατάφερε. Απορώ λοιπόν πώς δεν είναι ανάμεσα στους «μεγάλους Ελληνες» του ΣΚΑΪ. Δίπλα στους τυραννίσκους Μεταξά και Παπαδόπουλο, να πούμε, που είναι μέσα!...

Λοιπόν, όχι «Μεγάλοι Έλληνες». Έλληνες που, ηθελημένα ή μοιραία, κέρδισαν την «αθανασία» διά της φήμης. Και να πούμε πως είναι γνωστή, η φήμη, ως στοιχείο ματαιοδοξίας.

Ή αλαζονείας κατά τον Πεσόα: «...Πρόκειται για μια απόλαυση αλαζονείας που όμοιά της δεν μπορεί να προσφέρει καμιά υλική κτήση...». Σήμερα η φήμη, μεταλλαγμένη από τον τηλεοπτικό πολιτισμό σε «αναγνωρισιμότητα», τείνει να καθιερωθεί ως η βασικότερη αξία των Ελλήνων, μεγαλύτερη ακόμη και από τη μέγιστη αξία της εποχής, το χρήμα. Ίσως επειδή υποδεικνύεται (από τον τηλεοπτικό πολιτισμό και πάλι) ως η υπόσχεση μιας εύκολης ευτυχίας. Της ευτυχίας του να είσαι «μεγάλος»!...





Δευτέρα 27 Απριλίου 2009

Το «κλειδί» του έρωτα




Χρήστος Γιανναράς
Καθηγητής φιλοσοφίας και συγγραφέας
Άρθρο του στην εφημερίδα "Καθημερινή" - 18/4/2009



Με τον θάνατο ο άνθρωπος βγαίνει από τον χρόνο. «Ουκέτι δύναται ενεργείν διά των μορίων του σώματος, ου λαλείν, ου μιμνήσκεσθαι, ου διακρίνειν, ουκ επιθυμείν, ου λογίζεσθαι, ου θυμούσθαι, ου καθοράν» (Αναστάσιος Σιναΐτης). Ο εγκέφαλος, το όργανο επίγνωσης της πραγματικότητας, άρα και συνείδησης του χρόνου («το πιο πολύπλοκο υλικό αντικείμενο στο γνωστό σύμπαν... κάτι που δεν μοιάζει με τίποτε άλλο στο σύμπαν»: Gerald Edelman) είναι μάλλον το πρώτο που αποσυντίθεται με τον θάνατο.

Αν υπάρχει ανάσταση νεκρών, όπως προσδοκούν οι έμπειροι του εκκλησιαστικού γεγονότος, θα πρέπει να μοιάζει σαν αφύπνιση δίχως επίγνωση της διάρκειας του ύπνου. Οι άνθρωποι που πέθαναν πριν από χιλιάδες χρόνια και οι άνθρωποι που θα έχουν πεθάνει λίγα λεπτά πριν από την κοινή ανάσταση, θα ανοίξουν τα μάτια σαν να μην έχει παρεμβληθεί ούτε στιγμή χρόνου από τότε που τα σφράγισε ο θάνατος.

Δεν έχουμε καμιά, μα απολύτως καμιά επιστημονική συνηγορία για να ελπίσουμε σε ανάσταση από τον θάνατο. Ο,τι ονομάζουμε «επιστήμη», δηλαδή η αποδεικτικά τεκμηριωμένη γνώση των δεδομένων της ύλης - ενέργειας, δεν έχει τη δυνατότητα, γι' αυτό ούτε και τον στόχο, να ερμηνεύσει το «νόημα» του κόσμου, την αιτία του και τον σκοπό του. Οσοι, στο όνομα τάχα της επιστήμης, μιλάνε για πιστοποιημένη «τυχαιότητα» σαν αιτία και σκοπό της ύπαρξης και των υπαρκτών, είναι, πολύ απλά, τσαρλατάνοι.

Για το «νόημα» της ύπαρξης και των υπαρκτών, της ζωής και του θανάτου, συγκροτούνται μόνο ερμηνευτικές προτάσεις φιλοσοφικές. Τις αναγνωρίζουμε ως φιλοσοφικές όταν είναι συντεταγμένες με συνέπεια και πιστότητα σε λογική μέθοδο, χωρίς απριορισμούς, χωρίς αυθαίρετες αξιωματικές παραδοχές, χωρίς προσφυγές σε σκοτεινούς μυστικισμούς. Τέτοιες προτάσεις ερμηνείας της αιτίας και του σκοπού των υπαρκτών γνώρισε πολλές η Ιστορία της Φιλοσοφίας. Κατά κανόνα με λογικά κενά και συγγνωστά αυτονόητα. Οι δύο ερμηνευτικά συνεπέστερες προτάσεις, από την αρχαιότητα ώς σήμερα, μοιάζει να είναι αυτή της ελληνικής εκκλησιαστικής παράδοσης, που παρονομάζεται βυζαντινή και η μηδενιστική οντολογία του Martin Heidegger.

Για την ελληνική εκκλησιαστική παράδοση, Αιτιώδης Αρχή του υπαρκτού δεν είναι η ανερμήνευτη αναγκαιότητα ενός Πρώτου Κινούντος, αλλά η ελευθερία ως αυθυπερβατική σχέση, υπαρκτικά αλληλοπεριχωρούμενη αγάπη τριών «προσωπικών» (έλλογων και αυτοσυνείδητων) υποστάσεων. Γι' αυτό και γνωρίζεται η Αιτιώδης Αρχή από τον άνθρωπο «κατά τον τρόπο» της ύπαρξής της: από την οδό της ελευθερίας, μέσα από την εμπειρία του αθλήματος της αυθυπέρβασης και αγάπης - όχι αναγκαστικά και υποχρεωτικά όπως ένα αντικείμενο του νευτώνειου κοσμοειδώλου.

Γνωρίζεται ο Θεός μέσα από την κλήση σε σχέση που απευθύνει στον άνθρωπο με το κάλλος και τη σοφία του δημιουργικού του έργου, του κόσμου. Γνωρίζεται ο Θεός όπως γνωρίζεται ο μουσουργός μέσα από τη μουσική του, ο ζωγράφος μέσα από τη ζωγραφιά του, ο ποιητής μέσα από το ποίημά του. Οχι ως αφηρημένη νοητική σύλληψη, αλλά ως εμπειρία σχέσης, αμεσότητα μέθεξης στο δημιούργημα.

Ελεύθερος ο Θεός από κάθε προκαθορισμό της ύπαρξής του, μπορεί να υπάρξει και ως άνθρωπος. Με τον τρόπο της δικής του ελευθερίας: από «μανικόν έρωτα» για το λογικό πλάσμα του. Υφίσταται όλους του υπαρκτικούς περιορισμούς του πλάσματος, ακόμα και έναν άδικο, βασανιστικό θάνατο. Αλλά με τις ελλειμματικές υπαρκτικές δυνατότητες του κτιστού πραγματώνει τον «τρόπο» της ελευθερίας του ακτίστου: μεταποιεί και τον θάνατο σε αυθυπερβατική σχέση «υπακοής» στον Πατέρα. Γι' αυτό και ανίσταται από των νεκρών. Οχι «θαυματουργικά», δηλαδή από αναγκαιότητα θεϊκής παντοδυναμίας, αλλά μεταποιώντας ελεύθερα και την ανθρώπινη θνητότητα σε ερωτική αυθυπέρβαση.

Ο αναστημένος Χριστός είναι υλική ύπαρξη, έχει στην πλευρά και στις παλάμες απτά τα σημάδια του σταυρικού του θανάτου, τρώει «ιχθύος οπτού μέρος και από μελισσίου κηρίου». Αλλά πραγματώνει την κτιστή ύπαρξη ελεύθερη από τους περιορισμούς της κτιστότητας: Εισέρχεται στο υπερώον «των θυρών κεκλεισμένων» και ταυτόχρονα οδεύει με τον Λουκά και τον Κλεώπα προς την Εμμαούς.

Στην εκκλησιαστική οπτική ο αναστημένος Χριστός είναι η πραγμάτωση και φανέρωση του «νοήματος» (αιτίας και σκοπού) της υλικής δημιουργίας του Θεού. Για τη λογική που ταυτίζει την πληρότητα της ύπαρξης με την ελευθερία της αγάπης, το κάλλος και η σοφία του κόσμου -λόγος αποκαλυπτικός της θείας προσωπικής ετερότητας- είναι αδιανόητο να αφανιστεί κάποτε, να μηδενιστεί ή να συνεχίζεται άσκοπη η ύπαρξή του ατελεύτητα. Ελπίδα και προσδοκία της Εκκλησίας είναι ότι «πάντες αλλαγησόμεθα»: ο υλικός κόσμος όλος και ο άνθρωπος. Η ύλη, τα κτιστά, θα συμπεριληφθούν στο αναστημένο σώμα του Χριστού, θα υπάρξουν με τον τρόπο του ακτίστου, τρόπο ελευθερίας από κάθε υπαρκτικό περιορισμό.

«Καινούς ουρανούς και γην καινήν προσδοκώμεν». Οι νεκροί θα εγερθούν από την αχρονία του θανάτου, να μετάσχουν στην αχρονία της «βασιλείας», στην κοινωνούμενη υπαρκτική πληρότητα - την ενεργό, όχι νιρβανική. Η τωρινή μας γλώσσα δεν είναι δυνατόν να προσημάνει τα προσδοκώμενα, τα όριά της είναι όρια του τωρινού μας κόσμου - «βλέπομεν άρτι ως δι' εσόπτρου εν αινίγματι». Ισως η γλώσσα της μετανευτώνειας φυσικής, γλώσσα των «πολλαπλών συμπάντων», της «αντι-ύλης», των «μαύρων οπών», της «αχρονίας του κβαντικού πεδίου» να πλουτίσει με συμβολισμούς ευστοχότερους την έκφραση της εκκλησιαστικής προσδοκίας.

Με τη λογική αυτής της προσδοκίας, ο θάνατος των πάλαι και των εγγύς, όπως και ο δικός μας, των «περιλειπομένων» ο θάνατος, είναι σίγουρα έξοδος από τον χρόνο, όχι όμως και έξοδος από την ύπαρξη, όχι αναστολή της κλήσης που δεχθήκαμε για μετάβαση «εκ του μη όντος εις το είναι». Η κλήση που ιδρύει τον άνθρωπο ως υποστατική δυνατότητα σχέσης (θετικής ή αρνητικής) με τον Θεό, δεν μπορεί να εκπίπτει, δεν μπορεί να αναστέλλεται με την απόσβεση των ενεργειών της κτιστής φύσης μας. Αν η σχέση (και όχι η φύση) ιδρύει την υπόσταση και αν τον Mozart τον γνωρίζω ως υποστατική ετερότητα μέσα από τη μουσική του (και όχι από την οντική του ατομικότητα), ίσως κάτι να αλλάζει στην πικρότατη γεύση του θανάτου.

Οταν ο Χριστός πάνω στον σταυρό δέχθηκε τη μετάνοια του συστραυρωμένου ληστή, τον βεβαίωσε ότι «σήμερον μετ' εμού έση εν τω παραδείσω». Σήμερον - το «μετ' εμού» δεν παρέχεται υπό προθεσμίαν. Μην εξαντλούμε τη γνώση σε μόνη την πληροφόρηση, στην επιστημονική τεκμηρίωση. Όταν κάποιος μας αγαπάει, είναι ερωτευμένος μαζί μας, το ξέρουμε από την αμεσότητα της εμπειρίας, όχι με αποδεικτική ανάλυση. Μόνο που «κλειδί» γι' αυτή την άμεση γνώση είναι η αμοιβαιότητα του έρωτα.




Παρασκευή 24 Απριλίου 2009

Η βιοψυχολογική ανατομία των «school shooters»





Σπύρος Μανουσέλης
Βιολόγος - Αρθρογράφος
Άρθρο του στην εφημερίδα "Ελευθεροτυπία" - 17/4/2009


Λέγεται συνήθως ότι οι κακοποιήσεις και η υπερβολική βία κατά την παιδική ηλικία αποτελούν αποφασιστικό παράγοντα για τη διαμόρφωση βίαιων χαρακτήρων: οι άνθρωποι συνήθως τείνουν να αναπαράγουν ως έφηβοι και ως ενήλικοι τη βία που δέχτηκαν ως παιδιά. Μολονότι ηθικά και παιδαγωγικά ορθή, η παραπάνω εμπειρική διαπίστωση είναι μάλλον ανακριβής: η προδιάθεση για βίαιη και άκρως επιθετική συμπεριφορά εξαρτάται από την ταυτόχρονη συνύπαρξη διαφορετικών υποκειμενικών και αντικειμενικών παραγόντων. Προκύπτει δηλαδή από τον συνδυασμό των εσωτερικών (βιοψυχολογικών) χαρακτηριστικών με τις εξωγενείς (οικογενειακές και κοινωνικές) εμπειρίες ενός ατόμου. Μια δύσκολη παιδική ηλικία δεν εξηγεί από μόνη της, ούτε βέβαια δικαιολογεί ή νομιμοποιεί, τη βίαιη συμπεριφορά σε μεγαλύτερη ηλικία.

Σε ό,τι αφορά τις νευρολογικές, δηλαδή τις εγκεφαλικές, προϋποθέσεις της εξαιρετικά βίαιης συμπεριφοράς, αυτές σχετίζονται στενά με το ανδρικό φύλο. Πράγματι, δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι οι school shooters είναι πάντα αγόρια! Μάλιστα, σύμφωνα με τα επίσημα στατιστικά δεδομένα του FBI, το 90,1% των δραστών δολοφονικών εγκλημάτων το 2004 στις ΗΠΑ ήταν άντρες.

Αυτό δεν σημαίνει, όπως υποστήριζαν αφελώς μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '90, ότι τα νεαρά κορίτσια ή οι γυναίκες είναι λιγότερο επιθετικές ή βίαιες. Απλώς, οι γυναίκες μαθαίνουν να εκδηλώνουν μία πιο έμμεση και υπόγεια επιθετική συμπεριφορά, ενώ οι άντρες εκδηλώνουν μια πιο άμεση και φυσική βία.

Τα αίτια αυτής της διαφοροποίησης των φύλων είναι πολλά: αυστηρά νευρολογικά αλλά και κοινωνικά. Για παράδειγμα, η επιλογή της έμμεσης βίας από τις γυναίκες σχετίζεται στενά με τον σεξουαλικό τους ρόλο, αλλά κυρίως με την κοινωνική νοημοσύνη που στις γυναίκες αναπτύσσεται πολύ ταχύτερα -και ίσως περισσότερο- από ό,τι στους άντρες. Αλλά και ορμονικοί παράγοντες φαίνεται να παίζουν έναν αποφασιστικό ρόλο. Στους άντρες, για παράδειγμα, η υψηλή συγκέντρωση της ορμόνης τεστοστερόνη επηρεάζει σημαντικά την εκδήλωση της ανδρικής επιθετικότητας.

Μια κάπως διαφορετική, καθαρά νευρολογική προσέγγιση των ακραίων επιθετικών συμπεριφορών εστιάζει στα εγκεφαλικά κέντρα που ρυθμίζουν την ανθρώπινη συμπεριφορά. Τα τελευταία χρόνια έχουν πληθύνει οι έρευνες που αναδεικνύουν τον αποφασιστικό ρόλο του μετωπιαίου φλοιού του εγκεφάλου. Μελετώντας νεαρής ηλικίας ασθενείς που είχαν υποστεί τραυματισμό σε αυτή την περιοχή του εγκεφάλου, οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι παρουσίαζαν, μετά τον τραυματισμό, μια πιο παρορμητική και εν γένει πιο βίαιη συμπεριφορά.

Διάσημες θεωρούνται οι πρώτες δύο περιπτώσεις παιδιών που μελετήθηκαν από τον διάσημο νευροεπιστήμονα Antonio Damasio και τους συνεργάτες του. Η πρώτη περίπτωση ήταν ένα αγοράκι τριών μηνών που υποβλήθηκε σε αφαίρεση ενός μικρού όγκου στον δεξιό μετωπιαίο λοβό με δραματικές συνέπειες: σε ηλικία εννέα ετών το παιδί αδυνατούσε να παρακολουθήσει το σχολείο, ήταν μοναχικό, αντικοινωνικό και βίαιο. Η δεύτερη περίπτωση ήταν ένα κοριτσάκι 1,5 έτους που είχε τραυματιστεί μετά από αυτοκινητικό ατύχημα στο κεφάλι (στον μετωπιαίο λοβό). Στην αρχή η ανάπτυξή του ήταν φυσιολογική. Όμως, μετά τα τρία του χρόνια οι γονείς του διαπίστωσαν ότι είχε γίνει αντικοινωνικό, ανυπάκουο και ενίοτε εξαιρετικά βίαιο.

Ωστόσο, οι νευροβιολογικοί παράγοντες (γενετικές προδιαθέσεις, εγκεφαλικές αλλοιώσεις και βιοχημικές μεταβολές), αν και επηρεάζουν σημαντικά, δεν καθορίζουν πλήρως την εμφάνιση ακραίων βίαιων συμπεριφορών. Για την εκδήλωσή τους, αντίθετα, απαιτείται και η συμβολή εξωγενών ψυχοκοινωνικών παραγόντων.

Για παράδειγμα, κάποιες νευροεπιστημονικές μελέτες δείχνουν σαφώς ότι ο μετωπιαίος φλοιός του εγκεφάλου επηρεάζεται σημαντικά από την καθημερινή έκθεση των παιδιών στις σκηνές βίας της τηλεόρασης και των βιντεοπαιχνιδιών. Αυτό το πρόβλημα έγινε πιο σαφές μετά τη 24 Απριλίου του 2002. Εκείνη την ημέρα ο 18χρονος Robert Steinhauser από το Ερφουρτ πήγε στο παλιό του σχολείο, πυροβόλησε και σκότωσε 17 άτομα και μετά αυτοκτόνησε. Κάνοντας έρευνα στο δωμάτιό του η αστυνομία βρήκε μερικά βιντεοπαιχνίδια του τύπου first person shooter. Πολλοί τότε έσπευσαν να αναγνωρίσουν σε αυτά τον πραγματικό ένοχο. «Το software της σφαγής» ήταν ο πρωτοσέλιδος τίτλος της εφημερίδας Frankfurter Allgemeine.

Εκ πρώτης όψεως ήταν απολύτως λογικό να αποδοθεί η ευθύνη στο συγκεκριμένο παιχνίδι, σκοπός του οποίου είναι ακριβώς η όσο το δυνατόν ταχύτερη και αποτελεσματικότερη εξόντωση του αντιπάλου. Ορισμένοι πολιτικοί μάλιστα πρότειναν να απαγορευθούν και να αποσυρθούν από την κυκλοφορία τέτοια παιχνίδια με βίαιο περιεχόμενο. Αν όμως υπήρχε μια τόσο γραμμική σχέση αιτίας-αποτελέσματος ανάμεσα στις εικονικές και τις πραγματικές δολοφονίες, τότε ολόκληρες περιοχές θα έπρεπε να έχουν κυριολεκτικά ξεκληριστεί, δεδομένου ότι μόνο στη Γερμανία εκείνη την εποχή υπήρχαν περί τους 250.000 τακτικούς παίκτες τέτοιων παιχνιδιών. Συνεπώς, δεν υπάρχουν εύκολες συνταγές για το πρόβλημα της διαχείρισης της ανθρώπινης βίας. Το βέβαιο είναι ότι η καταστολή -ένα άλλο πρόσωπο της βίας- δεν αποτελεί την αποτελεσματικότερη μέθοδο για την αντιμετώπισή της.




Τετάρτη 22 Απριλίου 2009

Οι εσωτερικοί εχθροί του δολαρίου






Μωυσής Λίτσης
Δημοσιογράφος
Άρθρο του στην εφημερίδα "Ελευθεροτυπία" - 19/4/2009


Πριν οι G20 αντικαταστήσουν το δολάριο ως διεθνές νόμισμα, πολλοί Αμερικανοί, ελλείψει δολαρίων, κόβουν το δικό τους χαρτονόμισμα. Σε πολλές κοινότητες στις ΗΠΑ αναβιώνει μια παράδοση που κρατά από την εποχή της Μεγάλης Ύφεσης του '30: η έκδοση τοπικών χαρτονομισμάτων με σκοπό να τονωθούν το τοπικό εμπόριο και οι επιχειρήσεις.

Η ιδέα στηρίζεται στην έκδοση ενός χαρτονομίσματος, το οποίο οι καταστηματάρχες μιας τοπικής κοινωνίας μπορούν να αγοράσουν με έκπτωση. Αγοράζουν ένα τοπικό «δολάριο» για παράδειγμα σε τιμή 90 με 95 σεντς και μπορούν να εξαργυρώσουν την κανονική του αξία στα τοπικά καταστήματα και επιχειρήσεις που μετέχουν στο δίκτυο το οποίο αποδέχεται τα νέα αυτά χαρτονομίσματα.

Σήμερα εκτιμάται ότι στις ΗΠΑ λειτουργούν 75 τοπικά νομισματικά συστήματα στις ΗΠΑ. Η ιδέα έκδοσης τοπικών νομισμάτων που στηρίζονται σε εναλλακτικές αξίες και όχι στον χρυσό ή σε συνάλλαγμα αποτελούσε μία από τις βασικές ιδεολογικές προτάσεις του πρώιμου αναρχισμού στις ΗΠΑ τον 19ο αιώνα.

Η «ουτοπία» για τη δημιουργία εναλλακτικών τοπικών νομισμάτων αναβίωσε από αμερικανούς ακτιβιστές τη δεκαετία του '90 και επανέρχεται στο προσκήνιο τώρα με την κρίση. Από τα πιο παλαιά τοπικά νομίσματα στις ΗΠΑ που κυκλοφορούν ακόμη και σήμερα είναι οι «Ωρες (Hours)» το «Plenty» και το «Berkshares».

Οι «Ωρες» δημιουργήθηκαν από τον ακτιβιστή Paul Glover ως τοπικό νόμισμα το 1991 στην πόλη Ιθακα (Ιθάκη) της πολιτείας της Νέας Υόρκης. Πρόκειται για χαρτονομίσματα των οποίων η αξία αποτυπώνεται σε «ώρες εργασίας». Άρχισαν να κυκλοφορούν σε μικρές επιχειρήσεις, που αποδέχονταν τα χαρτονομίσματα αυτά για την πώληση αγαθών. Σήμερα το δίκτυο αυτό έχει επεκταθεί σε περισσότερες από 50 κοινότητες στις ΗΠΑ και τον Καναδά.

Το «Plenty» δημιουργήθηκε το 2002 από ομάδα ακτιβιστών στο Κάρμπορο της Βόρειας Καρολίνας και ανταλλάσσεται σήμερα στις τοπικές τράπεζες στην ισοτιμία ένα «Plenty» προς 9 με 10 δολάρια.

Το «BerkShares» «κόπηκε» πρώτη φορά το 2006 στην περιοχή Berkshire της Μασαχουσέτης και είναι σήμερα το μεγαλύτερο τοπικό νόμισμα στις ΗΠΑ, με χαρτονομίσματα συνολικής αξίας 2,3 εκατ. δολαρίων σε κυκλοφορία.




Παρασκευή 17 Απριλίου 2009

Αχαριστία μήτηρ πάσης πενίας ...






Korinthius Maximus
Περιοδικό MyPress - Τεύχος 8 - Απρίλιος 2009


Όσο τα βήματα του καθενός μας πληθύνονται επί του μάταιου τούτου κόσμου, τόσο περισσότερο αρχίζουμε να ξεκαθαρίζουμε τις αρχές, τα ιδανικά και τις αξίες που κατά καιρούς μάθαμε από τους γονείς μας, από το σχολείο, από τον περίγυρό μας, από τα δεδομένα της εποχής μας, από όλα εκείνα τα στοιχεία που έπλασαν και συνεχίζουν να πλάθουν μέχρι την τελευταία στιγμή το χαρακτήρα μας, την προσωπικότητά μας.

Δεν είναι πολλά εκείνα που μένουν στο τέλος. Κατά καιρούς στη ζωή μας δεχόμαστε έναν καταιγισμό από «πρέπει», «καλό θα ήταν», «θεμιτό είναι», «πολιτικά ορθό είναι», «θεάρεστο είναι», «κανονικά θα έπρεπε», οδηγίες, νουθεσίες, παραινέσεις. Σχεδόν πάντοτε, όλα είναι τόσο όμορφα περιτυλιγμένα με μια μη αντιστρέψιμη, ισχυρή, αντικειμενική αλήθεια που τα καθιστά τόσο προφανώς αποδεκτά και τόσο επιτακτικά ιδανικά, για την όλη μας πορεία και την αλληλεπίδρασή μας με το κοινωνικό σύνολο.

Αρκετές φορές επίσης, μεγάλοι συγγραφείς, επιφανείς επιστήμονες, επιτυχημένοι πολιτικοί, άνθρωποι του ίδιου μας του στενού περιβάλλοντος, στην πορεία του χρόνου ανασκευάζουν ή ανατρέπουν προηγούμενες τοποθετήσεις επί τέτοιων ζητημάτων. Ή, σε μια «ωραιοποιημένη» εκδοχή, αντιλαμβάνονται και συνειδητοποιούν ότι μάλλον το παράκαναν προσπαθώντας να κανονοποιήσουν το οτιδήποτε. Σαφώς και κάτι τέτοιο δεν είναι εύκολο, απαιτεί γενναιότητα και γι’ αυτό το λόγο συνήθως η ανατροπή παρουσιάζεται ως μια «μετεξέλιξη», μια επανατοποθέτηση ή ένα νέο εξαγόμενο που προκύπτει βάσει των προηγούμενων.

Ο Άλμπερτ Αϊνστάιν είχε πει κάποτε ότι : « Δύο πράγματα μόνο είναι άπειρα: το σύμπαν και η ανθρώπινη ηλιθιότητα. Και δεν είμαι σίγουρος για το σύμπαν ». Οπωσδήποτε δε μπορεί να διαφωνήσει κανείς. Ποιος μπορεί όμως θα κατηγορήσει κάποιον για την ηλιθιότητά του ; Μπορεί κανείς να τον καταδικάσει ; Μπορούσε κάποιος ηλίθιος να μην είναι και δεν το έκανε ; Και να μην το έκανε … και πάλι τον συγχωρεί η ίδια του η ηλιθιότητα. Ο Διονύσης Χαριτόπουλος μόλις πρόσφατα σε ένα περιεκτικό και ιδιαίτερα εύπεπτο βιβλίο, υπό τον τίτλο « Εγχειρίδιο Βλακείας », συγκέντρωσε εξαιρετικά πετυχημένα σχεδόν όλες τις γνωστές περιπτώσεις ηλιθίων που συναντούμε γύρω μας. Μην ανησυχήσετε αν σε κάποιες από αυτές βρείτε και στοιχεία του εαυτού σας, φυσιολογικό είναι, οι μεγάλες, εξέχουσες ευφυΐες δεν προήλθαν από κάτι επίκτητο, προήλθαν από χάρισμα. Όλοι μας, τουλάχιστον μια φορά στη ζωή μας έχουμε κάνει κάποια ηλιθιότητα. Μπορούμε να διορθωθούμε, μπορούμε να γίνουμε καλύτεροι, δε μπορούμε όμως, αν δεν το έχει η μοίρα μας και το καλούπι μας, να γίνουμε αυτό που θα αποκαλούσαμε εξέχον ή άριστον.

Έτσι και αλλιώς η μετριότητα είναι μέσα στη ζωή μας. Ακόμα και οι άριστοι παρουσιάζουν περιόδους μετριότητας. Η φύση από μόνη της ορίζει ως ιδανική κατάσταση την ισορροπία, η οποία δε μπορεί να επέλθει χωρίς συμβιβασμούς, είτε επιδιωκόμενους, είτε εξαναγκαστικούς. Δε μπορούμε να τη χαρακτηρίσουμε ως μειονέκτημα, ειδικά στις μέρες μας – και αυτό είναι σημείο των καιρών – η μετριότητα έχει αναδειχθεί σε ζητούμενο. Είμαστε όμως ειλικρινείς ; Επιζητούμε τη μετριότητα ως ισορροπητική τάση στη ζωή μας ή μήπως απλά «βολευόμαστε» μέσω αυτής και κατά κάποιο τρόπο επαναπαυόμαστε ;

Και πάλι όμως, και αυτό το έχουμε ανάγκη. Δε μπορούμε να κυνηγάμε μονίμως το κάτι παραπάνω. Θα έχουμε εκ των πραγμάτων στη ζωή μας την περίοδο που θα αγωνιζόμαστε για κάτι καλύτερο, το σώμα και το πνεύμα μας όμως, μοιραία, κάποια στιγμή εξασθενούν, αδυνατούν να ακολουθήσουν τη θέληση.

Τελικά, όλα είναι θέμα προτεραιοτήτων, επιλογών, οραμάτων, όρεξης και φυσικά πάνω από όλα ταλέντου και χαρίσματος. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα του «μεγάλου» ποδοσφαιριστή. Το ταλέντο είναι χάρισμα, η πρόοδος και η εξέλιξη απαιτούν κόπο και προσπάθεια, μέχρι που πλέον το σώμα δε μπορεί να ακολουθήσει. Μεγαλύτερο σε διάρκεια είναι το χάρισμα της ευφυΐας, με τον ίδιο μόχθο όμως και ανάλογες θυσίες μπορεί κανείς να το εκμεταλλευτεί ή ακόμα και σε κάποιο σοβαρό βαθμό να το αναβαθμίσει. Η επιλογή είναι αν θα τα κάνει όλα αυτά για τον εαυτό του ή για το κοινωνικό σύνολο.

Αν όλα τα παραπάνω φαντάζουν λιγότερο ή περισσότερο στον καθένα «ουρανοκατέβατα» ή απλώς θέμα τύχης δε θα διαφωνήσουμε. Όντως, έχουν να κάνουν λίγο ή πολύ, με το ριζικό, με τις συνθήκες στις οποίες γεννιόμαστε και μεγαλώνουμε, με τις ευκαιρίες που συναντούμε στη ζωή μας.

Το θέμα όμως των ημερών είναι η πενία. Πενία πνεύματος, πενία χρήματος, πενία ιδεών, γούστου, επιλογών, ευκαιριών, δουλειών, πενία ψυχής, πενία γενναιότητας και η λίστα τραβά την ανηφόρα. Όλοι παραπονιούνται. Όλοι δείχνουν να βρίσκονται σε αδιέξοδο. Πνίγονται, τρέχουν, πήζουν, αηδιάζουν, τρομάζουν, φωνάζουν και γενικώς περί άλλων τυρβάζουν. Δεν έχουν χρόνο, δεν έχουν τον τρόπο, δεν έχουν το μέσο, το «μέσον», το «βύσμα», το πείσμα. Και αναπόφευκτα, βυθίζονται κάτω από την εξισορροπητική μετριότητα που αναφέραμε παραπάνω. Σημείο των καιρών είναι ότι «περιέργως» πάντα βρίσκονται κάποιοι να σπρώξουν λίγο παρακάτω. Μεγάλη μερίδα των ΜΜΕ έχει «ποντάρει» σε αυτόν τον κατήφορο. Μεγάλη μερίδα των πολιτικών έχει «επιβιώσει» από αυτόν και τελευταία εμφανίζονται και σχηματισμοί τυχοδιωκτών και συγκυριακών «υποϊδεολογιών» που αποσκοπούν στην πρόσκαιρη ανέλιξη από τον πυθμένα, με προωθητική δύναμη το «λίγο» των άλλων.

Αποδεχόμενοι συνεπώς τη «μετριότητά» μας πως αντιδρούμε ; Τι επιλέγουμε ; Πως βελτιώνουμε τους εαυτούς μας και το μικρό τετραγωνικό γύρω από εμάς ; Πως βγαίνουμε από το κάθε «αδιέξοδο» που μας πλασάρουν καθώς «βιδωνόμαστε» στον καναπέ μας ;

Ας αρχίσουμε προσπαθώντας να απεμπολήσουμε τη χειρότερη ίσως κληρονομική μας ασθένεια εκ αρχαιοτάτων χρόνων. Την αχαριστία μας. Έχουμε χίλια καλά ως λαός αλλά αυτό το ένα μεγάλο κακό μας μπορεί να διαλύσει τα πάντα.

Ψάξτε το ιστορικά, ψάξτε το στα σημερινά δεδομένα. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο σαράκι για τον Έλληνα. Πόσες φορές σαν λαός δεν συμπεριφερθήκαμε με αχαριστία σε προσωπικότητες που πήγαν το Έθνος ένα βήμα παραπέρα, πόσες φορές δε φανήκαμε αχάριστοι απέναντι σε κάποιο φίλο μας, στο διπλανό μας, στη σύντροφό μας. Πόσες φορές μάθαμε να λέμε «ευχαριστώ» από την καρδιά μας και πόσο λάθος μας έμαθαν να το λέμε και πάλι για να «βολευτούμε» …

Και μην πει κανείς ότι η αχαριστία πηγάζει από την ηλιθιότητα και μπορεί εύκολα να συγχωρείται … Η αχαριστία του ηλιθίου είναι ο τρόπος του να λέει «αντίο» στη χαμένη ευφυΐα του … Η αχαριστία του μέσου ανθρώπου είναι ο τρόπος να λέει «καλώς ήλθες» στη ρακένδυτη ματαιοδοξία του …

Στείλτε μου τις σκέψεις σας στο email μου, kormaximus@gmail.com.
Τα λέμε στο επόμενο τεύχος.



Καλό Πάσχα και τα λέμε και πάλι την Τετάρτη 22 Απριλίου.





Τετάρτη 15 Απριλίου 2009

Υφεση και εορτοδάνεια






Τάσος Μαντικίδης
Αρθρογράφος
Άρθρο του στην εφημερίδα "Το Βήμα" - 14/4/2009


Δεν έχει περάσει πολύς καιρός που το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα λειτουργούσε κάπως έτσι: ένας καταναλωτής από τις ΗΠΑ δανειζόταν 100 δολάρια για να αγοράσει π.χ. από τη Wal Μart ένα iΡod Νemo (αναπαραγωγή μουσικών αρχείων), η οποία όμως το είχε αγοράσει προηγουμένως από την Αpple με 60 δολάρια που το είχε αγοράσει από ένα κινεζικό εργοστάσιο με 40 δολάρια, το οποίο με τη σειρά του είχε αγοράζει τα βασικά τμήματα της συσκευής από την Ταϊβάν με 10 δολάρια.

Με καθαρά έσοδα από εξαγωγές 30 δολάρια για την Κίνα και 10 για την Ταϊβάν τα νομίσματά τους ενισχύονταν και έτσι οι χώρες αυτές επένδυαν τα δολαριακά τους συναλλαγματικά αποθέματα πίσω πάλι στις ΗΠΑ αγοράζοντας δολάρια και αμερικανικά κρατικά ομόλογα χρηματοδοτώντας έτσι τον αποκαλούμενο «αμερικανό καταναλωτή» και τα ελλείμματα της μεγαλύτερης οικονομίας του κόσμου, η οποία δεχόταν επίσης και μέρος των πετροδολαρίων. Οι τεράστιες ροές κεφαλαίων κράτησαν τα μακροπρόθεσμα επιτόκια στο ναδίρ, οδηγώντας τις επενδύσεις υψηλού ρίσκου στο ζενίθ, ενώ τα αποκαλούμενα πλέον «τοξικά απόβλητα» των τραπεζών αποτέλεσαν απλώς ένα υποπροϊόν της ύφεσης που ακολούθησε.

Στην Ελλάδα επίσης οι ροές των ξένων κεφαλαίων χρηματοδότησαν την έκρηξη της εγχώριας ζήτησης και της κατανάλωσης ενισχύοντας την ανάπτυξη. Το κράτος δανειζόταν οριακά υψηλότερα απ΄ ό,τι π.χ. η Γερμανία, ενώ το φθηνό χρήμα κατέκλυσε τις τράπεζες που δάνεισαν ταχύτατα τον μέσο Έλληνα για μια ζωή.

Πιένες γνώρισαν και οι ελληνικές μετοχές, καθώς στα bull markets (ανοδικές αγορές) οι επενδυτές δεν κοιτούν τις ρωγμές των εταιρειών και των οικονομιών ούτε τα διαρθρωτικά προβλήματα, ενώ αντίθετα στα bear markets (καθοδικές αγορές) εκεί επικεντρώνουν την προσοχή τους. Έτσι, κατά τη διάρκεια των καλών χρόνων τα διαρθρωτικά προβλήματα από τους επενδυτές, τους πολιτικούς και την κοινωνία αγνοήθηκαν επιδεικτικά.

Καθώς όμως τώρα πλησιάζει η Ανάσταση του Κυρίου και κλάδοι όπως ο τουρισμός, η ναυτιλία, οι κατασκευές, το λιανεμπόριο, οι χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις κτλ. περνούν τη δική τους στενωπό, απουσιάζουν από την τρέχουσα εορταστική περίοδο και τα περίφημα «διακοποδάνεια-εορτοδάνεια» τα οποία συντρόφευαν τον μέσο Έλληνα τις καλές εκείνες ημέρες που η ύφεση έδειχνε να βρίσκεται ακόμη πολύ μακριά.





Δευτέρα 13 Απριλίου 2009

Δεν δίνουν δεκάρα ...





Αλέξης Παπαχελάς
Δημοσιογράφος
Άρθρο του στην εφημερίδα "Καθημερινή" - 12/4/2009


Aκούω διάφορα στελέχη των δύο μεγάλων κομμάτων να αναλύουν τα σενάρια των πολιτικών εξελίξεων και αναρωτιέμαι πραγματικά αν και πόσο τους ενδιαφέρει τελικά πού πάει ο τόπος. Κορυφαίο στέλεχος του ΠΑΣΟΚ εξηγούσε σε κατ’ ιδίαν συνομιλία του πως «το καλύτερο για μας είναι να “σαπίσει” ο Καραμανλής για κανένα χρόνο ακόμη, να φάει και όλα τα δύσκολα και μετά να έλθουμε εμείς». Κορυφαίο στέλεχος της Ν.Δ. πάλι υποστήριζε πως «το καλό σενάριο είναι να γίνουν τώρα εκλογές, να τα κάνει θάλασσα ο Γιώργος γιατί τα πράγματα είναι παρά πολύ δύσκολα και του χρόνου την άνοιξη μπορεί να ξανακερδίσουμε τις εκλογές». Κοινό σημείο στις ενδόμυχες επιθυμίες και των δύο να βουλιάξει λίγο παραπάνω ο τόπος και αυτό να τους ωφελήσει κομματικά.

Αυτό είναι και το πρόβλημα του πολιτικού μας προσωπικού αυτή την ώρα. Οι υπουργοί -με ελάχιστες εξαιρέσεις- λειτουργούν με έναν και μόνο γνώμονα: πώς θα διασωθούν πολιτικά στις επόμενες εκλογές και πώς θα χαϊδέψουν όσα περισσότερα αυτιά αγροτών, ταξιτζήδων και κάθε άλλης κοινωνικής ομάδας. Δεν δίνουν μια δεκάρα για το πού πάει η χώρα. Εκείνο που τους ενδιαφέρει είναι η σειρά τους στις δημοσκοπήσεις και να μη χρεωθούν τυχόν εκλογικό φιάσκο της Ν.Δ. Με ελάχιστες εξαιρέσεις έχουμε φτάσει στην αποθέωση των προσωπικών στρατηγικών, οι οποίες μάλιστα εντείνονται όσο δεν υπάρχει κανείς αξιωματούχος στο Μαξίμου ικανός ή πρόθυμος να τραβήξει κανένα αυτί. Παράλληλα, οι υπουργικοί συμβιβασμοί με συντεχνίες και κάθε είδους συμφέροντα δίνουν και παίρνουν όπως συνήθως συμβαίνει όταν ανασφαλείς πολιτικοί διαισθάνονται πως έρχεται το τέλος.

Είναι κρίμα. Θα μπορούσε να μην είναι έτσι, αφού ο κ. Καραμανλής, ακόμη και μέσα σε αυτό το σκηνικό, συνεχίζει να έχει υπεροχή ως προς το πρωθυπουργικό του προφίλ. Είναι όμως ελάχιστοι οι υπουργοί που μπορούν να πάρουν δύσκολες αποφάσεις και πολύ περισσότεροι εκείνοι που έχουν ως χόμπι την κριτική χωρίς την παραγωγή έργου. Ο ίδιος νιώθει πιεσμένος ανάμεσα σε μια προσπάθεια να βγάλει τη χώρα από την κρίση και τις συνεχείς δυσάρεστες εξελίξεις τύπου Παυλίδη, οι οποίες εξανεμίζουν κάθε ελπίδα ανάκαμψης.

Αλλά και στο ΠΑΣΟΚ, με ελάχιστες πάλι εξαιρέσεις, δεν δείχνουν να έχουν πάρει πολύ στα σοβαρά το ενδεχόμενο να κληθούν κάποια στιγμή να κυβερνήσουν. Θεωρούν πως «ξέρουν καλύτερα τα κόλπα» και πως με κάνα δυο μαγικά θα αλλάξουν την κατάσταση στη χώρα. Γι’ αυτό και δεν έχουν πραγματικό ρεύμα, απλά και μόνο τους ωθεί ο ατμός μιας κοινωνίας που βράζει και είναι εξαιρετικά δυσαρεστημένη με την οικονομία και τα θέματα ασφάλειας. Είναι ελάχιστοι οι άνθρωποι, εκτός του σκληρού πυρήνα του ΠΑΣΟΚ, οι οποίοι πιστεύουν ότι μια κυβέρνηση Παπανδρέου θα μπορέσει να κάνει δομικές και γενναίες αλλαγές στη χώρα. Οι περισσότεροι ειδήμονες του ΠΑΣΟΚ μονολογούν «ο Θεός να βάλει το χέρι του αν αναλάβουμε τώρα» και οι πιο κυνικοί, όπως είπαμε, προσεύχονται να περάσει όλο το τσουνάμι της κρίσης με τη Ν.Δ. στην εξουσία.

Οπότε; Οπότε θα αναγκασθούμε να ζήσουμε σε μια χώρα που σύρεται από το τυχαίο στις πολιτικές της εξελίξεις έχοντας τη βεβαιότητα ότι το χάσμα ανάμεσα στις πραγματικές ανάγκες και το πολιτικό προσωπικό είναι πολύ πολύ μεγάλο και θα μεγαλώνει ενδεχομένως. Το ερώτημα είναι πώς θα αποκτήσουμε πολιτικούς που δεν λειτουργούν μόνο με βάση την τελευταία δημοσκόπηση και το αυριανό παραπολιτικό. Γιατί μια μεγάλη μάζα ψηφοφόρων δεν νοιάζεται καθόλου, μα καθόλου, αν τις επόμενες εκλογές θα τις κερδίσει το ΠΑΣΟΚ ή η Ν.Δ. Ναι, μπορεί να ψηφίσει αυτό που θεωρεί το μη χείρον βέλτιστον, αλλά αυτό είναι κακό σημάδι για τον τόπο.