Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2008

Κτίριο - στολίδι στη Θεσσαλονίκη




Σάκης Αποστολάκης
Δημοσιογράφος - Άρθρο του στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία - 24/12/2008

Ένα από τα κτίρια-στολίδια της Θεσσαλονίκης επανήλθε στην αρχική του μορφή, έπειτα από εργασίες τριάμισι χρόνων, και παραδόθηκε και πάλι ανανεωμένο στην πόλη, αλλά και στους ανθρώπους που εργάζονται σε αυτό.

Πρόκειται για το διατηρητέο κτίριο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος που δεσπόζει με το περιστύλιό του, αλλά και στολίζει με την παρουσία του τη συμβολή των οδών Ι. Δραγούμη και Τσιμισκή, ως ένα από τα πιο αξιόλογα δείγματα της εποχής του Μεσοπολέμου. Το δύσκολο έργο της αποκατάστασης και συντήρησής του έφερε εις πέρας ο Θεσσαλονικιός αρχιτέκτονας Νίκος Γκόρτσιος με τον συνεργάτη του, αρχιτέκτονα Γιώργο Παπαγεωργίου.

«Και μόνο το να ασχοληθείς με ένα τέτοιο κτίριο είναι κάτι που συμβαίνει μια φορά στη ζωή ενός αρχιτέκτονα και αποτελεί εξαιρετική εμπειρία», τονίζει ο Ν. Γκόρτσιος. «Το κτίριο είναι μοναδικό για τη Θεσσαλονίκη, ενώ σπάνια συναντούμε παρόμοια κτίρια σε όλη τη χώρα. Είναι πρόκληση να το αποκαταστήσεις σε σύγχρονη μορφή», προσθέτει.

Η κυριότερη δυσκολία ήταν ότι οι εργασίες έπρεπε να γίνουν με το κτίριο να βρίσκεται σε λειτουργία, αφού στεγάζει τα υποκαταστήματα δύο τραπεζών. Της Εθνικής και της Τράπεζας της Ελλάδος. Σκαλωσιές υψώνονταν ως και 17 μέτρα πάνω από τα κεφάλια υπαλλήλων και πελατών. Εργάτες και τεχνικοί εργάζονταν πρωί-βράδυ πάνω στις σκαλωσιές, ενώ 14 συντηρητές έργων τέχνης επανέφεραν στην αρχική του μορφή τον διάκοσμο του κτιρίου.

Μετά τη μεγάλη πυρκαγιά του 191 7, που κατέστρεψε σχεδόν ολοκληρωτικά το κέντρο της πόλης και τον ανασχεδιασμό της από την ομάδα του Γάλλου πολεοδόμου Ερνέστ Εμπράρ, η ΕΤΕ προκήρυξε, το 1925, αρχιτεκτονικό διαγωνισμό για τον σχεδιασμό του ιδιόκτητου κτιρίου της στη Θεσσαλονίκη. Υποβλήθηκαν 29 μελέτες και απονεμήθηκαν τρία βραβεία. Το τρίτο απονεμήθηκε στον αρχιτέκτονα Αριστομένη Βάλβη, ο οποίος προσλήφθηκε στο προσωπικό του τεχνικού τμήματος της τράπεζας. Η δική του μελέτη τελικά εφαρμόστηκε. Τα τελικά σχέδια υποβλήθηκαν τον Σεπτέμβριο του 1928, οι εργασίες κατασκευής ξεκίνησαν το ίδιο έτος και αποπερατώθηκαν το 1933.

Στην κατασκευή του κτιρίου χρησιμοποιήθηκαν ιδιαίτερα πρωτοποριακές για την εποχή τεχνικές, όπως το σκυρόδεμα, νέο ακόμη υλικό, αλλά και η πασσαλόπηξη για τη στατικότητα των θεμελίων. Οι δύο αίθουσες συναλλαγής στεγάστηκαν με διπλό κέλυφος, δημιουργήθηκε ημισφαιρικός τρούλος από μεταλλικές διατομές και κάλυψη των φατνωμάτων με πλάκες μαρμάρου μικρού πάχους, ώστε να είναι διαφώτιστες αλλά και σε δεύτερο επίπεδο, ένας ημικυλινδρικός θόλος από οπλισμένο σκυρόδεμα. Ο τρούλος υποβαστάζεται περιμετρικά από πεσσούς και κολόνες, που ενώνονται με τρίδυμες αψίδες στο ύψος του α' ορόφου και μονές αψίδες στο ύψος του β' ορόφου. Η σύνδεση του τρούλου με τους πεσσούς γίνεται μέσω μεγάλων σφαιρικών τριγώνων.

Η μορφή του κτιρίου ακολουθεί τα πρότυπα της εποχής με τη δημιουργία ενός ογκώδους κεντρικού κορμού, που στηρίζεται περιμετρικά σε κίονες και πεσσούς, που δεν έχουν πάντοτε λειτουργικό στατικό χαρακτήρα αλλά διακοσμητικό ρόλο. Τα περισσότερα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν εισήχθησαν από το εξωτερικό, αλλά τα μάρμαρα ήταν από το Βαθύ της Τήνου.

Το κτίριο, όμως, άρχισε να γερνά και να φθείρεται. Οι εργασίες αποκατάστασης περιελάμβαναν σειρά έργων, και σε μερικές περιπτώσεις οι τεχνικοί αναγκάστηκαν να κατασκευάσουν με το χέρι παρόμοια υλικά και μηχανισμούς με τους αρχικούς, καθώς δεν ήταν δυνατό να βρεθούν ίδιοι στην αγορά. Κατασκευάστηκαν επίσης νέο δίκτυο πυρόσβεσης και κλιματισμού, κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης και νέα ηλεκτρολογικά δίκτυα, τοποθετήθηκαν σύγχρονα συστήματα εξοικονόμησης ενέργειας, διαχείρισης εγκαταστάσεων και ασφάλειας. Το ανανεωτικό χάδι των εργασιών αποκατάστασης δέχτηκαν και όλες οι επιφάνειες του κτιρίου.






Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2008

Τα ερωτηματικά




Γιάννης Πρετεντέρης

Δημοσιογράφος - Άρθρο του στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ - 25/12/2008


Ομολογώ ότι μερικές φορές η ανοησία καταφέρνει ακόμη να με ξαφνιάζει. Παράδειγμα. Προχθές τρεις (τουλάχιστον) τύποι με δύο (τουλάχιστον) Καλάσνικοφ έριξαν δύο (τουλάχιστον) ριπές εναντίον διμοιρίας των ΜΑΤ, πυροβολώντας μέσα από τον χώρο της Πανεπιστημιούπολης.

Τι μπορείς να υποθέσεις από το περιστατικό; Ότι κάτι σοβαρό και ανησυχητικό συμβαίνει. Ότι είναι ενδεχόμενο να επωάζεται μια νέα γενιά τρομοκρατίας. Ότι το έγκλημα που δρα στα όρια του υποκόσμου και της πολιτικής βρήκε την ευκαιρία να προειδοποιήσει την Αστυνομία.

Μπορείς να καταλάβεις πολλά. Μπορείς να υποθέσεις άλλα τόσα. Σίγουρα όμως αποκλείεται να συμπεράνεις ότι οι ριπές των Καλάσνικοφ εναντίον των ΜΑΤ στην ουσία «πυροβολούν το άσυλο». Και ότι μια τέτοια ενέργεια αποσκοπεί στην αποδυνάμωση του πανεπιστημιακού ασύλου!

Για δύο λόγους:

Πρώτον, επειδή είναι μάλλον δύσκολο να υποθέσουμε ότι κάποιοι που θέλουν την αποδυνάμωση του ασύλου ντύθηκαν τρομοκράτες, πήραν δύο Καλάσνικοφ, πήγαν αξημέρωτα στου Ζωγράφου και έβαλαν στο σημάδι τα ΜΑΤ. Αν ήθελαν να αποδυναμώσουν το άσυλο, υπήρχαν μάλλον ευκολότεροι και απλούστεροι τρόποι για να το επιδιώκουν.

Δεύτερον, επειδή το πανεπιστημιακό άσυλο δεν χρειάζεται Καλάσνικοφ για να απαξιωθεί. Το έχει επιτύχει εδώ και καιρό από μόνο του, με όλες τις αθλιότητες που έχουν διαπραχθεί στο όνομα του.

Και αυτή ακριβώς είναι η ακόμη μεγαλύτερη ανοησία. Ότι μια μεγάλη κατάκτηση του φοιτητικού κινήματος και του ακαδημαϊκού χώρου κατέστη διάτρητη από την αδυναμία του φοιτητικού κινήματος και του ακαδημαϊκού χώρου να τη διαχειριστούν. Το άσυλο δεν το πυροβόλησε κανένα Καλάσνικοφ. Του έριξε στον σταυρό η υπερβολή και η ασυδοσία εκείνων που το επικαλούνται και το χρησιμοποιούν.

Τελευταίο παράδειγμα, το Πολυτεχνείο. Εκεί, στο όνομα του πανεπιστημιακού ασύλου, έχουν κάνει κατάληψη οι «αντιεξουσιαστές» και αρνούνται να φύγουν. Τι σχέση όμως μπορεί να έχει μια ρύθμιση τις ακαδημαϊκές ελευθερίες με τις δραστηριότητες ενός πολιτικού χώρου; Και γιατί εφημερίδες και κόμματα που (υποτίθεται) υπερασπίζονται το άσυλο σπεύδουν να καλύψουν και να χειροκροτήσουν μια κατάχρηση που το απαξιώνει στα μάτια ολόκληρης της κοινωνίας;

Ποιος υπονομεύει λοιπόν το άσυλο; Τα Καλάσνικοφ του Ζωγράφου ή οι καταλήψεις του Πολυτεχνείου;

Στο ερώτημα αυτό δεν περιμένω απάντηση, είναι άλλωστε τόσο αυτονόητη. Περιμένω, όμως, από αυτούς που συνηθίζουν σε κάθε ευκαιρία να μιλούν με νόημα για «ερωτηματικά», να δώσουν μια εξήγηση για τα δικά τους κίνητρα και τις δικές τους επιδιώξεις. Διότι εκεί να δείτε πόσα ερωτηματικά έχουμε ...




Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2008

Νικήσαμε το θάνατο




Τομ Ρόμπινς
Από το βιβλίο του "Το άρωμα του ονείρου"

Η Κούδρα του έριξε μια υγρή ματιά, που θα μπορούσες να την αλείψεις σαν βούτυρο πάνω σε μια φέτα ψωμί. Τα λόγια της, όμως, τον διαπέρασαν σαν το μαχαίρι που κάνει το άλειμμα. «Αν θέλουμε, μπορούμε να γεράσουμε. Όπως σταματήσαμε τη διαδικασία των γερατειών, έτσι και μπορούμε να την ξαναρχίσουμε. Δε νομίζεις ότι έχουμε πέσει σε μια ρουτίνα έτσι που είμαστε στην ίδια ηλικία για πάνω από πεντακόσια -ή εξακόσια- χρόνια; Δεν ξέρω πώς αισθάνεσαι εσύ, αλλά εγώ έχω αρχίσει κάπως να το βαριέμαι. Πραγματικά, δε θα με πείραζε ν' αρχίσω ξανά να γερνάω».

Ο Αλομπάρ δεν μπορούσε να πιστέψει πόσο ήρεμα, πόσο γαλήνια είχε ξεστομίσει η Κούδρα το ανείπωτο. Παγωμένα δάχτυλα χάιδεψαν την άρπα της ραχοκοκαλιάς του. «Δεν - δεν ξέρεις τι λες. Για κάτσε να σου βάλω λίγο τσάι. Δεν έχεις ξυπνήσει ακόμα, να τι σου συμβαίνει».

«Είμαι ξύπνια, αγάπη μου. Πέρασα το μεγαλύτερο μέρος της νύχτας ξάγρυπνη. Και χτες το ίδιο. Το 'χω σκεφτεί για πάρα πολλές νύχτες. Και είμαι, έτοιμη, πρόθυμη, ανυπόμονη και δε βλέπω παρά την ώρα και τη στιγμή να εγκατασταθώ σ' ένα μέρος, όπως όλοι οι κανονικοί άνθρωποι και να γεράσω σαν κανονικός άνθρωπος. Μάλιστα».

Ο Αλομπάρ σφίχτηκε και αρνήθηκε να μιλήσει, μέχρι να σιγουρευτεί ότι οι φωνητικές του χορδές δε θα έτρεμαν. Αλίμονο, όμως, σφίχτηκε πάρα πολύ, ξεπέρασε το όριο, και άκουσε τη φωνή του, όχι να τρέμει αλλά να πετρώνει. Ο καλύτερος γλύπτης της Γαλλίας θα ήταν περήφανος να σκαλίσει το σήμα του σε κάθε λέξη της πρότασης που ακολούθησε: «Αν το τίμημα που πρέπει να πληρώσει κανείς για την κανονικότητα, είναι τα γερατειά, είναι πάρα πολύ ακριβό τίμημα».

«Δε μ' ενδιαφέρει. Είμαι πρόθυμη να το πληρώσω. Εξάλλου, αν δε μ' αρέσει που θα γερνάω, μπορώ μια χαρά να το σταματήσω».

«Μπορείς;» Μια απλή μικρή ερώτηση καμωμένη από θραύσμα γρανίτη. «Πώς μπορείς να είσαι σίγουρη;» Πέντε λέξεις που ζύγιζαν έναν τόννο, χωρίς να υπολογίσουμε το ερωτηματικό. «Πιστεύουμε πως μπορούμε να αρχίζουμε και να σταματάμε αυτή τη διαδικασία κατά βούληση αλλά, στην ουσία, δεν το έχουμε δοκιμάσει ποτέ. Τι θα γίνει αν δεν μπορείς να τη σταματήσεις; Τι θα γίνει αν συνεχίσεις να γερνάς, μέχρι, μέχρι...» Η φωνή του είχε γίνει τόσο άκαμπτη που έσπασε. Έτσι συμπεριφέρονται σήμερα τα μόρια, κι έτσι συμπεριφέρονταν και παλιότερα, μόνο που εκείνους τους καιρούς κανένας δεν τα κατηγορούσε για ακαμψία περισσότερο απ' όσο τα πίστωνε για πλαστικότητα.

«Μέχρι, τι; Μέχρι να πεθάνω; Πρώτα απ' όλα, Αλομπάρ, ούτε εσύ, ούτε εγώ είμαστε σίγουροι ότι το να μεγαλώνει κανείς οδηγεί απαραίτητα στο θάνατο. Έχουμε συζητήσει γι' αυτό πολλές φορές. Πού είναι το θάρρος των πεποιθήσεων σου; Δεν είναι το μεγάλωμα εκείνο που οδηγεί στο θάνατο, αλλά η άποψη πως το μεγάλωμα οδηγεί στο θάνατο, είναι εκείνη που οδηγεί στο θάνατο. Μιλάω σωστά ή όχι;»

«Μάλλον σωστά», τσίριξε ο Αλομπάρ, με την καινούρια του, σπασμένη φωνή. «Αλλά δεν είμαστε σίγουροι» «Μόνο ένας τρόπος υπάρχει να το μάθουμε».

«Ναι, αλλά αν- »

«Αν πεθάνω; Ε, ας πεθάνω, μα το Σίβα! Ο θάνατος δε μου φαίνεται πια και τόσο φριχτή μοίρα».

«Δεν μπορώ να πιστέψω πως εσύ λες κάτι τέτοιο. Μου τα γυρνάς. Τα χάνεις. Μου φαίνεται πως...»

«Πως αντιμετωπίζω την αλήθεια», τον διέκοψε η Κούδρα, «και η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει τίποτα το τόσο παντοδύναμα υπέροχο μέσα σ' αυτή τη μακρόχρονη ζωή μας». Ο Αλομπάρ τραβήχτηκε σαν να τον είχε φτύσει.

«Αγάπη μου», του είπε, παίρνοντας το χέρι του και φιλώντας τα μακριά του δάχτυλα, το ένα μετά το άλλο. «Κοίταξε μας. Είμαστε ένα ζευγάρι τσιγγάνων, κυνηγημένοι απ' τα σκυλιά της εξουσίας. Πάμε από πόλη σε πόλη, από πανηγύρι σε πανηγύρι, κοιμόμαστε στα χωράφια, τρώμε αυτά τα φριχτά μάνγκελ - βούρτσελ, πουλάμε όμορφα μυρωδικά σε υποκριτές και διεγερτικά σε χωριάτες. Τι αξία έχουν όλα αυτά; Τι σκοπό εξυπηρετεί το να- »

«Είμαστε ζωντανοί!» φώναξε ο Αλομπάρ. «Και...»

«Και δεν υπάρχει άλλο ζευγάρι σαν εμάς σ' ολόκληρο το στρογγυλό τούτο πλανήτη. Ε, και λοιπόν; Η μοναδικότητα μας ούτε κάνει το χώμα πιο μαλακό, ούτε τα πατζάρια νοστιμότερα. Ούτε τις συνθήκες της ζωής μας μέσα στο φεουδαρχικό σύστημα βελτιώνει, ούτε συνεισφέρει στο γενικό καλό της ανθρωπότητας. Τι το σημαντικό, λοιπόν, καταφέραμε να κάνουμε όλα αυτά τα 600 χρόνια;»

«Νικήσαμε το θάνατο», είπε ο Αλομπάρ, κι ο τόνος της φωνής του ήταν κατηγορηματικός όσο ποτέ. Κάτι περισσότερο, ήταν περήφανος. «Νικήσαμε το θάνατο. Πετύχαμε αυτό που έχουν επιθυμήσει να πετύχουν όλοι οι άνθρωποι, από καταβολής κόσμου. Τι θα μπορούσε να 'ναι πιο σημαντικό απ' αυτό;»

«Όμως για ποιο σκοπό τον νικήσαμε; Δεν μπορούμε να διδάξουμε στους άλλους πώς να τον νικήσουν, γιατί αν το κάναμε, θα 'πεφτε ολόκληρος ο Κλήρος επάνω μας και θα μας εξόντωνε, όχι μόνο εμάς αλλά και όλους όσους βάλαμε στο κόλπο. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο, δεν μπορούμε ούτε να πουλήσουμε αυτή τη φοβερή γνώση. Είμαστε αναγκασμένοι να κρύβουμε αυτό το υπέρτατο επίτευγμα μας σαν να ήταν το πιο φρικτό έγκλημα. Πού είναι λοιπόν η δόξα; Η ζωή μας είναι απόκρυφη κι εγωιστική και καθόλου εύκολη. Μου φαίνεται πως ζούσες μια πολύ πιο σπουδαία ζωή τότε που ήσουνα θνητός. Ήσουν βασιλιάς τότε, Αλομπάρ, ένας ηγέτης, και κάθε μέρα, κάθε ώρα, ήταν γεμάτη με νόημα».

Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2008

Η πτώση του οίκου των Άσερ




Edgar Allan Poe
Από το βιβλίο του "Ο χρυσός Σκαραβαίος"

Η αρρώστια της λαίδης Μαντελάιν είχε βασανίσει για καιρό τους γιατρούς της. Μια μόνιμη απάθεια, μια βαθμιαία εξαφάνιση της προσωπικότητας, και συχνές αν και παροδικές κρίσεις μερικής καταληψίας. Αυτή ήταν η διάγνωση. Ως τότε είχε αντέξει στην αρρώστια και δεν είχε καρφωθεί οριστικά στο κρεβάτι της. Όμως το ίδιο βράδυ που έφτασαν στο σπίτι τους, λύγισε (όπως μου είπε ο αδελφός της αργά την νύχτα, με ανείπωτη ταραχή) στην ακατανίκητη ορμή της δύναμης που την έτρωγε και έμαθα πως το σύντομο πέρασμα της ήταν ίσως η τελευταία εικόνα που θα είχα από αυτήν - πως τη λαίδη Μαντελάιν, αν και ζωντανή ακόμα, εγώ τουλάχιστον; δεν θα την ξανάβλεπα ποτέ πια.

Αρκετές μέρες πέρασαν χωρίς να αναφέρουμε το όνομα της ούτε ο Άσερ, ούτε εγώ και σε όλο αυτό το διάστημα έκανα ό,τι μπορούσα για να διασκεδάσω τη μελαγχολία του φίλου μου. Ζωγραφίζαμε και διαβάζαμε οι δυο μαζί ή άκουγα σαν σε όνειρο, τις άγριες αυτοσχέδιες αρμονίες της κιθάρας του. Έτσι καθώς μια οικειότητα, που γινόταν όλο και πιο στενή, με έμπαζε ανεπιφύλακτα στα άδυτα της ψυχής του, έβλεπα με ακόμα μεγαλύτερη πικρία πόσο μάταιη θα ήταν κάθε προσπάθεια να δώσω χαρά σε μια διάνοια, που από μέσα της η σκοτεινιά, σαν μια ζωντανή δύναμη σκόρπιζε στα γύρω αντικείμενα του πνευματικού και του υλικού κόσμου την κατήφεια.

Θα κρατήσω για πάντα την ανάμνηση των επιστημών, αξένοιαστων ωρών που πέρασα μόνος με τον κύριο του «Σπιτιού των Άσερ». Ωστόσο δεν θα τολμούσα ποτέ να επιχειρήσω να δώσω μια ακριβή ιδέα για τις μελέτες και τις απασχολήσεις που με ανάγκασε να μοιραστώ μαζί του. Ένα έξαλλο και αρρωστημένο ιδεώδες έριχνε μια ωχροκίτρινη λάμψη πάνω σε όλα. Οι μακρόσυρτοι, αυτοσχέδιοι θρήνοι του θα αντηχούν για πάντα στα αυτιά μου. Ανάμεσα στα άλλα με πόνο θυμάμαι μια παράξενη διαστρέβλωση και αυθαίρετη ερμηνεία του άγριου σκοπού των τελευταίων βαλς του Φον Βέμπερ.

Από τις εικόνες που γεννούσε η καλλιεργημένη φαντασία του και που λίγο - λίγο, έφταναν σε μια αοριστία που μ' έκανε να ριγώ από συγκίνηση, γιατί ριγούσα χωρίς να ξέρω το γιατί από αυτές τις εικόνες (που τις έχω ολοζώντανες στα μάτια μου), μάταια θα προσπαθούσα να ξεχωρίσω κάτι περισσότερο από ένα μικρό κομμάτι μέσα σε ένα μπερδεμένο κύκλο από ασύνδετες λέξεις. Με την υπέρτατη απλότητα, με τη γυμνότητα των εικόνων που έπλαθε αιχμαλώτιζε την προσοχή και σε τρόμαζε. Αν ποτέ θνητός ζωγράφισε την ιδέα, αυτός ο θνητός ήταν ο Ρόντρικ Άσερ. Για μένα τουλάχιστον υπό τις συνθήκες που ζούσα, από αυτές τις καθαρές αφαιρέσεις που ο υποχονδριακός κατόρθωνε να ρίχνει στους μουσαμάδες του, ξεπηδούσε μια έντονη αίσθηση αβάσταχτου τρόμου που ούτε καν πλησίαζαν αυτό που είχα νιώσει φέροντας καμιά φορά στο νου μου τις χωρίς άλλο λαμπρές και ωστόσο μπροστά σε τούτες, τόσο συγκεκριμένες φαντασίες του Φιουζέλι.

Μια από τις φαντασμαγορικές εικόνες που είχε συλλάβει ο φίλος μου, όχι τόσο αυστηρά αφηρημένης, μπορεί να σκιαγραφηθεί, αν και κάπως ισχνά με λόγια. Μια μικρή εικόνα παρουσίαζε το εσωτερικό μιας ατέλειωτης στενόμακρης θολωτής στοάς, με τοίχους χαμηλούς, λείους, λευκούς και χωρίς καμιά διακοπή ή άλλο στολίδι.

Μερικά συμπληρωματικά σημεία του σχεδίου έδιναν με κάποιο τρόπο, πως αυτό το υπόγειο βρισκόταν σε ένα βάθος υπερβολικό κάτω από την επιφάνεια της γης. Κανένα άνοιγμα δεν έκοβε σε κανένα σημείο την απέραντη έκταση του, και κανένας πυρσός ή οποιοδήποτε άλλο φως δεν φαινόταν πουθενά· ένα κύμα, ωστόσο, από εκθαμβωτικές ακτίνες κυλούσε από άκρη σε άκρη του, και το έλουζε ολόκληρο με μια φασματική, απίθανη λάμψη.

Μίλησα πριν από λίγο γι' αυτή τη νοσηρή κατάσταση του ακουστικού νεύρου που έκανε αβάσταχτη στον άρρωστο κάθε μουσική, με μοναδική εξαίρεση ορισμένους ήχους εγχόρδων. Ίσως αυτά ακριβώς τα στενά σύνορα που τον περιόριζαν στην κιθάρα, να έδιναν ως ένα μεγάλο βαθμό τόσο φανταστικό χαρακτήρα στο παίξιμο του. Δε θα μπορούσε όμως να εξηγηθεί με τον ίδιο τρόπο η πυρετική ευκολία των αυτοσχαιδιασμάτων του.

Οι νότες όπως και τα λόγια της άγριας φαντασίας του (γιατί αρκετά συχνά συνόδευε τις συνθέσεις του και με ρυθμικούς αυτοσχέδιους στίχους) είχαν την πηγή τους στη διανοητική περισυλλογή και την αυτοσυγκέντρωση που όπως ανέφερα και πριν διέκρινα σε ξεχωριστές στιγμές, τότε που η καλλιτεχνική του έξαρση έφτανε στο αποκορύφωμα της.


Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2008

Το ερώτημα όμως παραμένει ...




Stephen Hawking
Από το βιβλίο του "Το χρονικό του χρόνου"

Ζούμε σ' έναν περίπλοκο κόσμο. Θέλουμε να κατανοήσουμε όσα βλέπουμε γύρω μας και αναρωτιόμαστε: Ποια είναι η φύση του Σύμπαντος; Από πού προήλθε; Γιατί είναι έτσι όπως είναι; Ποια είναι η δική μας θέση μέσα σ' αυτό;

Προσπαθώντας να απαντήσουμε, αποδεχόμαστε κάποια «εικόνα για τον Κόσμο». Μια επίπεδη Γη που στηρίζεται σ' έναν άπειρο πύργο από χελώνες είναι μια τέτοια εικόνα, όπως ακριβώς και η θεωρία των υπερχορδών. Και οι δύο είναι θεωρίες για το Σύμπαν, αν και η θεωρία ότι τα πάντα αποτελούνται από χορδές είναι πολύ πιο επεξεργασμένη από μαθηματική άποψη και ακριβής. Και οι δύο θεωρίες δεν βασίζονται σε δεδομένα των παρατηρήσεων: κανείς δεν είδε ποτέ μια τεράστια χελώνα που να στηρίζει τη Γη στην πλάτη της, αλλά ούτε και μια χορδή. Η θεωρία όμως της στήλης από χελώνες δεν μπορεί να έχει τη θέση μιας καλής επιστημονικής θεωρίας, γιατί προβλέπει ότι θα μπορούσε κάποιος να πέσει από την άκρη της και να εξαφανιστεί από το πρόσωπο της Γης. Μια τέτοια δυνατότητα δεν συμφωνεί με τα εμπειρικά δεδομένα, εκτός αν αποδειχτεί ότι αποτελεί την εξήγηση για τα πλοία που υποτίθεται ότι εξαφανίζονται στις πλευρές του «τριγώνου των Βερμούδων»!

Οι πρώτες θεωρητικές προσπάθειες περιγραφής και εξήγησης του Σύμπαντος περιλάμβαναν την ιδέα ότι τα διάφορα γεγονότα και φυσικά φαινόμενα οφείλονται στις πράξεις κάποιων υποτιθέμενων «πνευμάτων» με ανθρώπινες παρορμήσεις, που δρούσαν με τρόπο κυκλοθυμικό και απρόβλεπτο. Τα πνεύματα αυτά κατοικούσαν στα φυσικά αντικείμενα, όπως τα βουνά και τα ποτάμια, ή ακόμη και στα ουράνια σώματα, όπως ο Ήλιος και η Σελήνη. Οι άνθρωποι νόμιζαν ότι έπρεπε να τα εξευμενίζουν και να ικανοποιούν διαρκώς τις διάφορες επιθυμίες τους, για να εξασφαλίζουν με τον τρόπο αυτό τη γονιμότητα του εδάφους και τη διαδοχή των εποχών. Σταδιακά όμως πρέπει να παρατήρησαν ορισμένες κανονικότητες: ο Ήλιος ανέτελλε πάντοτε στην ανατολή και έδυε στη δύση, ανεξάρτητα από το αν είχαν εκτελέσει κάποια θυσία στο θεό Ήλιο ή όχι. Επίσης ο Ήλιος, η Σελήνη και οι πλανήτες ακολουθούσαν κάποιες διαδρομές στον ουρανό που ήταν δυνατόν να προβλεφθούν με αρκετή ακρίβεια. Ο Ήλιος και η Σελήνη μπορούσαν να εξακολουθούν να είναι θεοί, αλλά θεοί που υπάκουαν σε νόμους.

Στην αρχή, αυτές οι κανονικότητες και οι νόμοι είχαν παρατηρηθεί μόνο στην αστρονομία και σε λίγες άλλες περιπτώσεις φυσικών φαινομένων. Όπως όμως αναπτυσσόταν ο πολιτισμός, και ειδικά στα προηγούμενα τριακόσια χρόνια, ανακαλύπτονταν συνεχώς περισσότερες κανονικότητες και νόμοι. Η επιτυχία στην πρόβλεψη των γεγονότων και των φυσικών φαινομένων οδήγησε τον Laplace, στην αρχή του 19ου αιώνα, στο αίτημα του επιστημονικού ντετερμινισμού: ο Laplace υπέθεσε ότι υπήρχε ένα σύνολο νόμων που θα μπορούσε να προσδιορίσει με απόλυτη ακρίβεια την εξέλιξη του Σύμπαντος, αν ήταν γνωστή η κατάσταση του σε κάποια χρονική στιγμή.

Ο ντετερμινισμός του Laplace δεν ήταν πλήρης, δύο σημεία παρέμεναν έξω από αυτόν: δεν αναφερόταν στο πώς έπρεπε να επιλεγούν οι φυσικοί νόμοι του Σύμπαντος και δεν προσδιόριζε το αρχικό σύνολο χαρακτηριστικών του. Αυτά αφήνονταν στη δικαιοδοσία του Θεού. Ο Θεός θα επέλεγε τα αρχικά χαρακτηριστικά του Σύμπαντος και τους φυσικούς νόμους, αλλά στη συνέχεια δεν θα παρενέβαινε καθόλου στη λειτουργία του. Στην πραγματικότητα, ο Θεός περιορίστηκε στις περιοχές όπου δεν είχε φτάσει η επιστήμη ως τον 19ο αιώνα.

Γνωρίζουμε σήμερα ότι οι ελπίδες για τον ντετερμινισμό του Laplace δεν μπορεί να πραγματοποιηθούν, τουλάχιστον με τους όρους που εννοούσαν οι επιστήμονες του 19ου αιώνα. Η αρχή της απροσδιοριστίας της κβαντικής μηχανικής συνεπάγεται ότι ορισμένες ποσότητες, όπως η θέση και η ταχύτητα ενός σωματιδίου, δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστούν και οι δύο με απόλυτη ακρίβεια. Η κβαντική μηχανική αντιμετωπίζει αυτή την κατάσταση με μια ομάδα κβαντικών θεωριών όπου τα σωματίδια δεν έχουν σαφώς προσδιορισμένες θέσεις και ταχύτητες, αλλά αντιπροσωπεύονται από ένα κύμα. Οι κβαντικές θεωρίες είναι ντετερμινιστικές, με την έννοια ότι παρέχουν νόμους για την εξέλιξη του κύματος με την πάροδο του χρόνου. Έτσι, αν κάποιος γνωρίζει τη μορφή του κύματος σε μια χρονική στιγμή, μπορεί να την υπολογίσει σε οποιαδήποτε άλλη. Το απρόβλεπτο, τυχαίο στοιχείο εμφανίζεται μόνον όταν προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε το κύμα με όρους θέσεων και ταχυτήτων σωματιδίων. Αλλά αυτό μπορεί να είναι δικό μας λάθος: μπορεί να μην υπάρχουν θέσεις και ταχύτητες σωματιδίων, αλλά μόνον κύματα. Προσπαθούμε να προσαρμόσουμε τα κύματα στις ιδέες των θέσεων και ταχυτήτων σωματιδίων που έχουμε διαμορφώσει από την κλασική μηχανική. Η αδυναμία να το πετύχουμε αυτό είναι η αιτία της φαινομενικής αδυναμίας προβλέψεων.

Στην πραγματικότητα, σήμερα έχουμε επαναπροσδιορίσει τους στόχους της φυσικής επιστήμης. Η φυσική αποσκοπεί στην ανακάλυψη νόμων που θα μας επιτρέπουν να προβλέπουμε τα γεγονότα μέσα στα όρια που θέτει η αρχή της απροσδιοριστίας. Το ερώτημα όμως παραμένει: Πώς και γιατί έχουν επιλεγεί αυτοί οι νόμοι και η αρχική κατάσταση του Σύμπαντος;



Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2008

Η ιδιαιτερότητα του ανθρώπου




Γιώργος Γραμματικάκης
Από το βιβλίο του "Η Κόμη της Βερενίκης"

Αυτό που χαρακτηρίζει και συγχρόνως διαφοροποιεί τον άνθρωπο από άλλα δημιουργήματα της εξελίξεως είναι η ποιότητα αλλά και η ανάπτυξη του νευρικού συστήματος. Μέσω αυτού του συστήματος και του εγκεφάλου, που αποτελεί την ανώτατη ιεράρχησή του, ελέγχεται κάθε πνευματική ή φυσική δραστηριότητα και διατηρείται η επικοινωνία με το περιβάλλον.

Ο εγκέφαλος αποτελεί πηγή κάθε σκέψεως ή αισθήματος και συνιστά μια οργάνωση της ύλης που δεν έχει την παράλληλή της στο προσιτό, τουλάχιστον, Σύμπαν. Υποτυπώδες νευρικό σύστημα έχουν, βέβαια, και οι απλούστεροι οργανισμοί. Για παράδειγμα, στοιχειώδη εσωτερική επικοινωνία παρουσιάζουν νευρικά κύτταρα της «ύδρας» ενώ, αντίθετα, στα κοινά σφουγγάρια τα κύτταρα είναι απομονωμένα, και, όπως συμβαίνει τότε και στα πράγματα της ζωής, δεν είναι ικανά για σπουδαίο έργο. Η πραγματική ευφυΐα απαιτεί όχι μόνον τη συνεργασία αλλά και την εξειδίκευση πολυάριθμων κυττάρων.

Καθώς η εξέλιξη προχωρεί, το νευρικό σύστημα διαρκώς αναπτύσσεται ποσοτικά και ποιοτικά. Ο πρώτος υποτυπώδης εγκέφαλος, ως συσσώρευση κεντρική πολλών κυττάρων, ίσως διαμορφώθηκε πριν από ένα δισεκατομμύριο χρόνια. Το πιο ενδιαφέρον όμως βήμα στην ανάπτυξη του εγκεφάλου παρουσιάζεται στα θηλαστικά. Και τούτο, ύστερα από πολυάριθμες ασφαλώς γενετικές μεταλλαγές, που, εφόσον δεν οδηγούσαν σε βιολογικά αδιέξοδα, βελτίωναν τις ικανότητές του. Ο συνδυασμός τώρα επιδεξιότητας στα χέρια, τρισδιάστατης οράσεως και αμφίδρομης επικοινωνίας με το περιβάλλον μέσω του εγκεφάλου συνιστά ένα σύστημα που προοιωνίζεται την επιβίωση των θηλαστικών και τη λειτουργική τους αποθέωση στον Homo Sapiens. Είναι ενδεικτικό ότι ο τελευταίος διαθέτει τον μεγαλύτερο εγκέφαλο για το βάρος του από όλα τα ζωντανά είδη, με δεύτερο το δελφίνι. Σε ένα έντομο, ήδη, η πολυπλοκότητα της δομής του εγκεφάλου είναι αξιοσημείωτη: αποτελείται από δέκα έως εκατό χιλιάδες νευρικά κύτταρα.

Τον ανθρώπινο εγκέφαλο συνιστούν εν τούτοις, συνεργαζόμενα αρμονικά και με πολυάριθμες εξειδικεύσεις, περί τα δέκα δισεκατομμύρια κύτταρα! Η συνήθης σύγκρισή του με έναν εξελιγμένο υπολογιστή όχι μόνον αδικεί τον ανθρώπινο εγκέφαλο, αλλά και αποδεικνύει άγνοια για τις αξιοθαύμαστες αρετές του. Όπως παρατηρεί ο J. Bronowski «Δεν είμαστε υπολογιστές για να ακολουθήσουμε δρόμους χαραγμένους από τη στιγμή της γέννησης μας. Αν αποτελούμε κάποιο είδος μηχανής, τότε είμαστε μηχανές μάθησης. Και οι διαδικασίες της μάθησης πραγματοποιούνται σε συγκεκριμένες περιοχές του εγκεφάλου».

Η ανάπτυξη, πράγματι, του νευρικού συστήματος και του εγκεφάλου που χαρακτηρίζει το ανθρώπινο είδος, επιφέρει μια βαθύτατη αλλαγή στην ίδια την πορεία της εξελίξεως. Δεν είναι πλέον μόνο οι γενετικές ιδιότητες που κληρονομούνται, αλλά και οι εμπειρίες που, μέσω της γλώσσας ή της μνήμης, μεταβιβάζονται από γενιά σε γενιά.

Οι αργές αλλαγές που οφείλονται στον γενετικό κώδικα ή στο φυσικό περιβάλλον υπερφαλαγγίζονται, έτσι, από τις αλλαγές συμπεριφοράς που προκαλεί η παράδοση. Η παράδοση των εμπειριών, των κατακτήσεων του νου, των ιδεών. Είναι ως προς αυτό το γεγονός που διαφέρει η εξέλιξη του ανθρωπίνου είδους από εκείνην του ζωικού βασιλείου. Όχι μόνον είναι κατά πολύ ταχύτερη. Πράγμα σημαντικότερο, ο μηχανισμός της εξελίξεως δεν στηρίζεται απλώς σε αλυσίδες πυρηνικών οξέων, αλλά και στην πολύπλοκη αλληλεπίδραση της διανοίας με το περιβάλλον.

Από αυτήν την άποψη, η ιστορία του ανθρώπου χωρίζεται σε δύο άνισα μέρη. Δύο εκατομμύρια χρόνια, ή και περισσότερα, αναλώνονται για τη μετάβαση από τον Αυστραλοπίθηκο της κεντρικής Αφρικής στον Homo Sapiens: Είναι η βιολογική του εξέλιξη. Σε λιγότερα όμως από είκοσι χιλιάδες χρόνια, οι κυνηγετικές φυλές της Αφρικής ή της Αυστραλίας, υπό τον επιταχυνόμενο ρυθμό της πολιτιστικής εξέλιξης, γίνονται οι σημερινοί άνθρωποι. Καλλιτέχνες ή επιστήμονες, επινοητές τεχνολογικών εξελίξεων, με συνείδηση του κόσμου και του εαυτού τους, πλούσιοι σε εμπειρίες ή γνώσεις.

«Η εξέλιξη στο ανθρώπινο επίπεδο», γράφει ο J. Huxley, «παρ' όλο που καλύπτει ελάχιστο μέρος του γεωλογικού χρόνου, έχει ήδη αποδώσει εντελώς μοναδικά αποτελέσματα, που είναι αδύνατον να συλλάβει κανείς σε βιολογικό επίπεδο. Για παράδειγμα, τη "Θεία Κωμωδία" του Δάντη, τους κατευθυνόμενους πυραύλους, την "Γκουέρνικα" του Πικάσο, τη Θεωρία της Σχετικότητας, τον Παρθενώνα, τις ταινίες των αδερφών Μαρξ, το στρατόπεδο συγκεντρώσεως του Μπέλσεν, τις μυστικές εμπειρίες των Βουδιστών. Έχει επίσης, και τούτο είναι το πιο εξέχον, γεννήσει αξίες».

Η ύπαρξη αξιών συνιστά, πράγματι, με μεγαλύτερη ενάργεια από άλλα, τον καθρέφτη ενός πολιτισμού.



Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2008

Απόπειρα «πορτοκαλί επανάστασης» …





Χρύσανθος Λαζαρίδης
Συντάκτης Ελεύθερου Τύπου - Από το
blog του - 12/12/2008

Αυτό που έγινε πριν από λίγα εικοσιτετράωρα ΔΕΝ ήταν «επανάσταση». Δεν ήταν «εξέγερση». Δεν ήταν «έκρηξη κοινωνικής διαμαρτυρίας».

Όχι πως δεν υπάρχουν πολλές πραγματικές αιτίες κοινωνικής έκρηξης. Υπάρχουν και με το παραπάνω. Αλλά αυτό που έγινε προχθές δεν ήταν «εξέγερση». Όχι ακόμα, τουλάχιστον…

- Η πυρπόληση κατοικημένων περιοχών δεν είναι κοινωνική «εξέγερση».
- Ο εμπρησμός μνημείων, όπως η Βιβλιοθήκη και το Αρχαιολογικό Μουσείο, δεν είναι «εξέγερση».
- Οι επιθέσεις κατά πυροσβεστών που προσπαθούσαν να απεγκλωβίσουν ανήμπορα γερόντια από τις φλόγες δεν είναι «εξέγερση».
- Το εκτεταμένο πλιάτσικο δεν είναι «εξέγερση».

Ο τραγικός φόνος του 15χρονου από έναν «τρελαμένο» αστυνομικό δεν ήταν η αιτία. Ήταν μόνο η αφορμή - μιας έκρηξης που «ωρίμαζε» από καιρό.

Πριν από λίγες μέρες «γνωστοί άγνωστοι» είχαν επιτεθεί βάναυσα μέσα στο λεγόμενο «πανεπιστημιακό άσυλο» κι είχαν σπάσει το χέρι μιας καθηγήτριας. Χωρίς να έχει προηγηθεί ο θάνατος του 15χρονου μαθητή…

Πριν από λίγες μέρες είχαν κακοποιήσει άγρια μέσα στους πανεπιστημιακούς χώρους ομιλητή που είχε προσκληθεί να δώσει διάλεξη στους φοιτητές Νομικής. Ούτε τότε είχε προηγηθεί ο θάνατος του 15χρονου…

Πριν από ενάμιση χρόνο είχαν ξυλοκοπήσει μέχρι αναισθησίας ανώτατο αξιωματικό της Αστυνομίας που είχε πάει μαζί με την οικογένειά του να παρακολουθήσει πολιτιστική εκδήλωση στο Γκάζι. Ούτε τότε είχε προηγηθεί ο θάνατος του αδικοχαμένου μαθητή.
Κάποιοι εκμεταλλεύτηκαν ένα τραγικό περιστατικό για να αποπειραθούν «πολύχρωμη εξέγερση» και στην Ελλάδα (κατά τα πρότυπα της Γεωργίας και της Ουκρανίας).

Η διεθνής κοινή γνώμη έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον, διότι είναι η πρώτη τέτοια «πορτοκαλί επανάσταση» που επιχειρείται σε δημοκρατική χώρα δυτικού τύπου.

Ακόμα και το ΚΚΕ αναγκάστηκε να κατονομάσει τους προβοκάτορες και να καταγγείλει αυτούς που τους «χαϊδεύουν».

Όχι, ο ελληνικός λαός δεν ξέσπασε προχθές. Για την ακρίβεια, δεν μίλησε ακόμα.
Απλώς, κάποιοι θυμούνται ό,τι είχε πει κάποτε ο Γεώργιος Παπανδρέου:

- «Τρομοκρατήστε τους τρομοκράτες!»