Παρασκευή 17 Ιουλίου 2009

Τα ριάλιτι της ιστορίας





Χριστίνα Κουλούρη
Καθηγήτρια Νεότερης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου
Άρθρο της στην εφημερίδα "Το Βήμα" - 12/7/2009


Ζούμε σε μια εποχή, όπου όλο και περισσότερο ο τρόπος σκέψης μας προσδιορίζεται από την τηλεοπτική πραγματικότητα. Η συσκευή της τηλεόρασης δεν είναι απλώς ένα μέσο ψυχαγωγίας. Είναι ένα μέσο διαπαιδαγώγησης, διαμόρφωσης αισθητικών επιλογών και γλωσσικών κωδίκων και ταυτόχρονα το μέτρο της κουλτούρας μιας κοινωνίας. Η καθημερινότητα, σε παγκόσμιο επίπεδο, έχει σημείο αναφοράς την τηλεόραση, ενώ, αφετέρου, η τηλεοπτική αναμετάδοση διευκολύνει την κυκλοφορία ειδήσεων, ιδεών και προτύπων ψυχαγωγίας και συμπεριφορών σε ολόκληρο τον πλανήτη. Η επιστημονική γνώση εξάλλου έχει επωφελώς εκλαϊκευτεί μέσω της τηλεόρασης. Εν τούτοις, διαπιστώνουμε ότι συχνά η επιστημονική εκλαΐκευση ακολουθεί τους τηλεοπτικούς κανόνες και ο επιστημονικός στοχασμός υποτάσσεται στα κελεύσματα αυτού που θα έπρεπε να χρησιμοποιεί ως απλό μέσο. Με άλλα λόγια, η τηλεόραση δεν περιορίζεται στον ρόλο του μέσου μετάδοσης της επιστημονικής γνώσης αλλά επιδρά καθοριστικά στη «γλώσσα» που εν τέλει χρησιμοποιεί η επιστήμη. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται και στον τρόπο με τον οποίο γίνεται η διαχείριση της ιστορικής γνώσης, ιδιαίτερα σε περιόδους όπου μια κοινωνία αναζητά καταφύγιο στο παρελθόν και η ιστορία μοιάζει να αποτελεί επικερδές εμπορεύσιμο είδος.

Η ιστορία έχει εισαχθεί από παλιά στην τηλεόραση μέσα από τα παιχνίδια γνώσεων, τα ιστορικά ντοκυμαντέρ και τις σειρές ιστορικής μυθοπλασίας. Πρόσφατα, ωστόσο, εμφανίστηκε ένας πρωτότυπος τρόπος εκλαΐκευσης της ιστορίας: οι ψηφοφορίες για τη «σημαντικότερη» χρονολογία ή για τη «σημαντικότερη» ιστορική προσωπικότητα είτε σε εθνικό είτε σε παγκόσμιο επίπεδο. Ολοκληρώθηκε πρόσφατα στη χώρα μας μια ψηφοφορία για τον «μεγαλύτερο Ελληνα» όλων των εποχών που διεξήγαγε τηλεοπτικός σταθμός, ενώ είναι σε εξέλιξη μια ανάλογη ψηφοφορία στην Αγγλία για τη σημαντικότερη χρονιά της παγκόσμιας ιστορίας, με πρωτοβουλία του περιοδικού «Ιntelligent Life» του «Εconomist». Δεν έχει, νομίζω, νόημα να απαξιώσουμε ή να υπερασπιστούμε αυτές τις πρωτοβουλίες, αλλά να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε τους μηχανισμούς και τα σημαινόμενα της επιλογής των εκάστοτε «σημαντικότερων».

Η πρώτη παρατήρηση που μπορούμε να κάνουμε αφορά στην ίδια την έννοια του «σημαντικότερου». Είναι προφανές ότι δεν είναι δυνατόν να αποφασίσει κάποιος για το περισσότερο ή λιγότερο σημαντικό χωρίς τον προσδιορισμό των κριτηρίων της βαθμολογίας. Πώς συγκρίνονται και αντίστοιχα βαθμολογούνται δύο προσωπικότητες που ανήκουν σε τελείως διαφορετικές εποχές και ιστορικές συνθήκες και που χαρακτηρίζονται ως «σημαντικές» για τελείως διαφορετική δραστηριότητα (π.χ. ένας επιστήμονας και ένας πολιτικός); Πώς συγκρίνεται η εφεύρεση της τυπογραφίας (1439) με την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους (1204) ώστε να ψηφίσει κάποιος υπέρ της μιας ή της άλλης χρονολογίας; Πώς συγκροτείται ο κατάλογος των «σημαντικών» για να φτάσουμε στο «σημαντικότερο»; Στην πραγματικότητα, πρόκειται για έναν αγώνα, που παραπέμπει στις σύγχρονες αξίες του πρωταθλητισμού και των ρεκόρ. Με μόνη διαφορά ότι οι «μεγάλοι άνδρες» δεν ντοπάρονται για να νικήσουν. Ανταγωνίζονται μεταξύ τους- οιονεί ζώντες- για την πρώτη θέση, με τους όρους των σύγχρονων διαγωνισμών (φαινόμενο του 20ού αιώνα), είτε πρόκειται για αθλητικούς αγώνες είτε για καλλιστεία είτε για διαγωνισμούς γνώσεων. Με παρόμοιους όρους γίνεται και το «πρωτάθλημα» των χρονολογιών για το σημαντικότερο έτος στην ιστορία της ανθρωπότητας ή το «πρωτάθλημα των μεγάλων ανδρών» της ιστορίας. Η επιλογή, ωστόσο, δεν γίνεται μέσω ιστορικής μελέτης και απαρίθμησης επιστημονικών επιχειρημάτων. Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι είναι δυνατή μια παρόμοια ιεράρχηση ιστορικών προσώπων, γεγονότων και χρονολογιών, δεν είναι μια ομάδα ειδικών που καλούνται να κάνουν τις προτάσεις τους. Είναι ολόκληρη η κοινωνία που δυνητικά καλείται να αποφασίσει και να διαλέξει.

Με αυτούς τους όρους, δεν μετράει το αποτέλεσμα- ένα αποτέλεσμα που δεν προβάλλεται άλλωστε ως επιστημονικά έγκυρο- αλλά το παιχνίδι. Και μάλιστα ένα παιχνίδι που μοιάζει πολύ με τηλεοπτικό ριάλιτι. Φαίνεται πράγματι ότι το ριάλιτι είναι, συνειδητά ή μη, το οργανωτικό πρότυπο γι΄ αυτούς τους διαγωνισμούς. Ας φανταστούμε τον Καποδίστρια, τον Μέγα Αλέξανδρο, τον Βενιζέλο, τον Περικλή και τον Καραμανλή κλεισμένους σε ένα στούντιο ριάλιτι να προσπαθούν να πείσουν το κοινό ποιος αξίζει να ψηφιστεί για «μεγαλύτερος Ελληνας». Ή τις διάφορες χρονολογίες σε παρόμοιο ρόλο, να απευθύνονται στους τηλεθεατές για να πείσουν ποια είναι η καλύτερη.

Το γεγονός ότι η επιλογή γίνεται μέσω ψηφοφορίας παραπέμπει επίσης στο οργανωτικό πρότυπο του ριάλιτι. Αλλά όχι μόνο. Σήμερα η ψηφοφορία είναι πολύ της μόδας. Ολες οι ιστοσελίδες είναι γεμάτες με διαφόρων ειδών ψηφοφορίες, όπου οι χρήστες του Διαδικτύου καλούνται να πουν τη γνώμη τους για κάθε είδους θέματα. Εφημερίδες και τηλεοπτικοί σταθμοί κατακλύζονται από δημοσκοπήσεις ως ειδησεογραφικό υλικό, ενώ εταιρείες που παράγουν καταναλωτικά προϊόντα κάνουν έρευνες γνώμης για την υποδοχή των προϊόντων τους. Οι επιθυμίες και οι απόψεις των ανθρώπων εκφράζονται με ποσοστά. Αν κάποτε οι πολίτες ψήφιζαν για να εκλέξουν τους αντιπροσώπους τους, σήμερα ψηφίζουν για τα πάντα και κυρίως πλέον για εκείνα που δεν έχουν καμία πολιτική σημασία.

Η ψηφοφορία δεν διεκδικεί βεβαίως την «αντικειμενικότητα». Αντιθέτως, εκφράζει τη συλλογική υποκειμενικότητα. Με αυτή την έννοια, το ιστορικό γεγονός που ψηφίζεται ως σημαντικότερο δεν χρειάζεται να είναι το σημαντικότερο. Ούτε η «σημαντικότερη» ιστορική προσωπικότητα αναγνωρίζεται ως αδιαμφισβήτητα η σημαντικότερη. Τα ριάλιτι της ιστορίας μπορούν να επαναλαμβάνονται με νέους πρωταγωνιστές και διαφορετικά αποτελέσματα συνεχώς, χωρίς να ακυρώνονται, γιατί αποτυπώνουν θυμικές και συγκυριακές αντιδράσεις, ερήμην της Κλειώς.



Τετάρτη 15 Ιουλίου 2009

Γιατί έγινε στην Αγγλία η Βιομηχανική Επανάσταση





Τάκης Μίχας

Αρθρογράφος
Άρθρο του στην εφημερίδα "Ελευθεροτυπία" - 13/7/2009


Ένα από τα πιο σημαντικά ερωτήματα που απασχολούν τη σύγχρονη ιστοριογραφία αφορά τη γένεση της Βιομηχανικής Επανάστασης που συνέβη στη Βρετανία τον 18ο-19ο αιώνα. Πρόκειται ίσως για το πιο σημαντικό γεγονός της οικονομικής ανάπτυξης των τελευταίων 500 ετών.

Το ερώτημα που τίθεται είναι γιατί αυτό το γεγονός συνέβη στη Βρετανία και όχι σε άλλες χώρες που ήταν και αυτές σε ανάλογο -αν όχι υψηλότερο- επίπεδο οικονομικής, τεχνολογικής και πολιτισμικής ανάπτυξης, όπως π.χ. η Γαλλία, η Γερμανία και η Κίνα;

Στο ερώτημα αυτό έχουν κατά καιρούς προταθεί διάφορες -όχι εντελώς ικανοποιητικές- απαντήσεις που επικεντρώνονται σε πολιτισμικούς, θρησκευτικούς ή θεσμικούς παράγοντες. Όμως σε ένα πρόσφατο βιβλίο του ο Αμερικανός καθηγητής Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης Robert Allen προτείνει μία νέα ενδιαφέρουσα εξήγηση, ενώ παράλληλα βρίσκει και την ευκαιρία να διαλύσει ορισμένους μύθους σχετικά με τον ρόλο που παίζει το «στιβαρό χέρι του κράτους» στην οικονομική ανάπτυξη ή τη σημασία της ύπαρξης ενός άρτιου επιστημονικού προσωπικού («The British Industrial Revolution in Global Perspective»).

Η εξήγηση του Allen είναι ότι η Βιομηχανική Επανάσταση έγινε στην Αγγλία για καθαρά οικονομικούς λόγους. Ήταν κερδοφόρα. Με άλλα λόγια η Βιομηχανική Επανάσταση έγινε στη Βρετανία και όχι π.χ. στη Γερμανία, διότι στην πρώτη συνέφερε ενώ στη δεύτερη όχι.

Η οικονομία της Βρετανίας εκείνη την περίοδο είχε δύο κυρίως χαρακτηριστικά:

Το πρώτο ήταν η σχετικά ακριβή εργασία, που ήταν το αποτέλεσμα της ανάπτυξης του εμπορίου της χώρας με την αμερικανική ήπειρο και την Ασία. Η παραγωγή προϊόντων προς εξαγωγή απαιτούσε εργατικά χέρια, γεγονός που οδηγούσε σε αύξηση της τιμής της εργασίας. Ο Μαρξ στο «Κεφάλαιο» όταν ανέλυε την έννοια της εκμετάλλευσης υποστήριζε ότι ο μισθός του εργάτη ισοδυναμεί με το καλάθι των προϊόντων που διασφαλίζει την αναπαραγωγή του. Αυτό πράγματι τον 18ο αιώνα ίσχυε για τις περισσότερες χώρες της Ευρώπης, όπου οι αμοιβές των εργαζομένων δεν υπερέβαιναν το επίπεδο που απλώς διασφάλιζε την αναπαραγωγή τους. Ομως στη Βρετανία οι μισθοί ήταν υψηλότεροι. Αυτό τους επέτρεπε να περιλαμβάνουν στη διατροφή τους κρέας, μπίρα, ψωμί καθώς και τσάι και ζάχαρη ενώ οι εργαζόμενοι στην Ευρώπη έπρεπε να αρκεστούν σε μια διατροφή από βραστά δημητριακά μαζί με μερικές φακές και μπιζέλια.

Το δεύτερο σημαντικό χαρακτηριστικό της βρετανικής οικονομίας ήταν η φτηνή ενέργεια. Ο άνθρακας ήταν άφθονος και αρκετά φτηνότερος απ' ό,τι στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες.


Εργασία και ενέργεια


Ο συνδυασμός αυτών των δύο παραγόντων -δηλαδή ακριβή εργασία και φτηνή ενέργεια- δημιούργησε τη ζήτηση για τις τεχνολογικές καινοτομίες που θα σημάδευαν τη Βιομηχανική Επανάσταση και θα οδηγούσαν στην έκρηξη της παραγωγικότητας. Η ατμομηχανή, η μηχανοποιημένη υφαντουργία και οι φούρνοι στους οποίους κατασκευαζόταν ο χυτοσίδηρος αντιπροσώπευαν τεχνολογίες αφενός εξοικονόμησης ανθρώπινης εργασίας και αφετέρου έντασης ενέργειας. «Οι υψηλοί μισθοί και η φτηνή ενέργεια», γράφει ο Αμερικανός καθηγητής, «δημιούργησαν τη ζήτηση για μια τεχνολογία που υποκαθιστούσε την εργασία με κεφάλαιο και ενέργεια».

Θα πρέπει να τονισθεί εδώ ότι ούτε η παρουσία της τεχνολογίας ούτε η αφθονία επιστημόνων ούτε οι υψηλές επενδύσεις σε έρευνα και τεχνολογία ούτε καν η ύπαρξη ενός «πεφωτισμένου» κράτους θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια ανάλογη εξέλιξη -στο βαθμό που απουσίαζε ο πιο σημαντικός παράγοντας, δηλαδή η κερδοφορία των καινοτομιών. Αυτό έγινε πασιφανές όταν το γαλλικό κράτος προσπάθησε να μεταφυτεύσει τη βρετανική τεχνολογία στο έδαφός του τον 18ο αιώνα. Παρά την ύπαρξη πολλών και καλών ντόπιων επιστημόνων και παρά τις κρατικές επιδοτήσεις, οι προσπάθειες απέτυχαν διότι αυτή η τεχνολογία δεν ήταν συμφέρουσα στο πλαίσιο των τιμών που επικρατούσαν στη Γαλλία. Ο άνθρακας κυρίως ήταν πολύ ακριβότερος στη Γαλλία απ' ό,τι στη Βρετανία, με συνέπεια οι τεχνολογίες έντασης ενέργειας να μην είναι συμφέρουσες.


Οι τεχνολογίες


«Στο βαθμό που οι τεχνολογίες της Βιομηχανικής Επανάστασης ήταν συμφέρουσες μόνο στη Βρετανία», γράφει ο Allen, «αυτή ήταν και η μοναδική χώρα που αποκόμιζε οφέλη από την εφεύρεσή τους. Η Βιομηχανική Επανάσταση περιορίστηκε για πολλά χρόνια στη Βρετανία διότι οι τεχνολογικές καινοτομίες ήταν προσαρμοσμένες στις βρετανικές συνθήκες και δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν επικερδώς αλλού».

Όμως όταν αργότερα, κατά τα μέσα του 19ου αιώνα, αυτές οι τεχνολογικές καινοτομίες προσαρμόστηκαν με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν επικερδώς και από χώρες με υψηλή τιμή ενέργειας, όπως η Γαλλία, ή με φτηνά εργατικά χέρια, όπως η Ινδία, η Βιομηχανική Επανάσταση πήρε πια παγκόσμιες διαστάσεις και η Βρετανία έχασε την πρωτοκαθεδρία της




Δευτέρα 13 Ιουλίου 2009

Ενας μύθος αναστήθηκε






Γιώτα Συκκά
Αρθρογράφος
Άρθρο της στην εφημερίδα "Καθημερινή" - 11/7/2009


Δημιουργούμε είδωλα, αλλά δεν ανεχόμαστε να ξεφεύγουν από το ύψος που τα τοποθετήσαμε. Ύστερα αρχίζει η αμετροέπεια και ο φθόνος. Όταν, μάλιστα, μας προσφέρουν οι ίδιοι τις αφορμές, ακόμη καλύτερα. Κι όταν πάλι υφίστανται μια κοινή μοίρα, όπως ο θάνατος, τότε τους υποδεχόμαστε. Ο βασιλιάς επιστρέφει στον θρόνο.

Η ιστορία του Μάικλ Τζάκσον είναι χαρακτηριστική της μαζικής ψυχολογίας που επικρατεί στις σύγχρονες κοινωνίες.

Τον περιγελούσαμε την τελευταία δεκαετία κι όταν ετοιμαζόταν να ξαναρχίσει σαν ένα ξοφλημένο είδωλο, το χλευάσαμε.

Με τον θάνατο όλα αντιστράφηκαν. Θυμηθήκαμε πως αθωώθηκε από τις κατηγορίες της παιδοφιλίας, δεχτήκαμε ότι ιδιοτροπίες του μπορεί να ’ναι σεβαστές σε έναν άνθρωπο που υφίσταται από πέντε χρονών τη διαστροφή τού να μεγαλώνει μπροστά στους προβολείς.

Δύο δισεκατομμύρια υπολογίζονται οι θεατές που παρακολούθησαν την τελετή της κηδείας. Όμως, όλα έχουν μια εξήγηση. Ο Μάικλ Τζάκσον μεγάλωσε μαζί μας. Δεν ήταν σταρ της λογοτεχνίας. Αλλά σταρ του σύγχρονου τραγουδιού, που είναι η πιο λαϊκή τέχνη. Αυτή που κουβαλάς μαζί σου όταν ερωτεύεσαι, όταν ξενυχτάς, όταν πονάς. Το είδος του τραγουδιού που υπηρέτησε ήταν ακριβώς αυτό. Ποπ. Ενας ανάλαφρος τρόπος να συγκινείς τους πολλούς. Στην πραγματικότητα, ένα μέρος της μεγάλης συγκίνησης μπορεί να κρύβει μια μαζική ενοχή. Να αντιληφθήκαμε ότι η ανάγκη να γίνει ένα λευκό παιδί, ίσως δεν ήταν τόσο γελοία. Ηταν, όμως, τόσο απελπισμένη που τον οδήγησε στον θάνατο.

Η βαθιά ταύτιση της αμερικανικής κοινωνίας με το θέαμα έκανε την κηδεία τη μεγαλύτερη υπερπαραγωγή της ζωής του. Είχε συγκίνηση, γκλάμουρ, αυθορμητισμό, σκηνοθεσία, γκροτέσκο. Η κορύφωση του αμερικανικού entertainment.

Μην έχουμε αυταπάτες. Αν δεν ήταν Αμερικανός, όλο αυτό που παρακολουθήσαμε δεν θα είχε το ίδιο μέγεθος. Ούτε ο μύθος θα ’ταν τόσο μεγάλος. Και η Ουμ Καλσούμ όταν πέθανε, οι Άραβες πενθούσαν σαν να είχαν χάσει μια μητέρα-θεά. Αλλά κανείς δεν έχει την ψευδαίσθηση πως αν αυτό συνέβαινε σήμερα, θα ξέφευγε από τα σύνορα του «Αλ Τζαζίρα».





Παρασκευή 10 Ιουλίου 2009

Η διακριτική γοητεία του Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ





Τάκης Μίχας
Αρθρογράφος
Άρθρο του στην εφημερίδα "Ελευθεροτυπία" - 6/7/2009


Στα περισσότερα δυτικά ΜΜΕ οι πρόσφατες εξελίξεις στο Ιράν παρουσιάστηκαν μέσα από το πρίσμα της αντιπαράθεσης των δυνάμεων της προόδου και του φιλελεύθερου δημοκρατικού εκσυγχρονισμού από τη μια πλευρά και των δυνάμεων της σκοταδιστικής θρησκευτικής αντίδρασης από την άλλη. Σύμφωνα πάντα με αυτή την εικόνα, οι δυνάμεις της αντίδρασης χρησιμοποιώντας «βία και νοθεία» κατάφεραν να στερήσουν από τις προοδευτικές δυνάμεις την εκλογική νίκη, την οποία αδιαμφισβήτητα είχαν επιτύχει.

Η εικόνα αυτή δεν ήταν, φυσικά, τελείως λανθασμένη. Πράγματι, πολλοί διαδηλωτές έθεταν αιτήματα δημοκρατικού εκσυγχρονισμού και πράγματι υπήρξε νοθεία του εκλογικού αποτελέσματος - αν και η έκταση της νοθείας είναι κάτι το αμφισβητούμενο.

Ομως, όπως επισημαίνει το γνωστό ινστιτούτο πολιτικής ανάλυσης STRATFOR, το πρόβλημα με την κυρίαρχη αυτή στα δυτικά ΜΜΕ εικόνα ήταν ότι υποβάθμιζε ή απέκρυπτε άλλες πτυχές της ιστορίας, που τελικά αποδείχτηκαν πιο σημαντικές. Κυρίως απέτυχε να αναδείξει τη δημοτικότητα του Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ, που σε τελική ανάλυση υπήρξε -μαζί με τα καταπιεστικά μέτρα και την κρατική τρομοκρατία- ένας από τους κυριότερους λόγους για τους οποίους η εξέγερση δεν μπόρεσε να εξαπλωθεί ούτε σε άλλες πόλεις ούτε σε άλλες κοινωνικές ομάδες.

Στα μάτια των περισσότερων δυτικών φιλελεύθερων σχολιαστών ο πρόεδρος του Ιράν είναι ένας άξεστος λαϊκιστής με σκανδαλώδεις απόψεις (π.χ. για το Ολοκαύτωμα) και επικίνδυνες πολιτικές (π.χ. προσπάθεια απόκτησης πυρηνικών όπλων). Ομως για ένα μεγάλο τμήμα του ιρανικού λαού ο Αχμαντινετζάντ αντιπροσωπεύει πάνω απ' όλα την πάλη εναντίον της διαφθοράς και γι' αυτό είναι έτοιμοι να του συγχωρήσουν πολλά λάθη - ιδιαίτερα στον τομέα της οικονομικής πολιτικής.

Αυτό που δεν έχει ίσως γίνει ευρύτερα κατανοητό είναι ότι, σύμφωνα με το STRATFOR, ο Αχμαντινετζάντ στις τελευταίες εκλογές ήταν ο εκφραστής της εξέγερσης εναντίον του κατεστημένου των μουλάδων και της απίστευτης διαφθοράς που το χαρακτηρίζει.

Η δημοτικότητά του οφείλεται ακριβώς στο γεγονός ότι εμφανίζεται ως πολέμιος των μουλάδων που χρησιμοποιούν την επιρροή και τις θέσεις τους για να συσσωρεύουν προνόμια και χρήματα και να ζουν μια ζωή βυθισμένη στη χλιδή και την πολυτέλεια.

Από την πλευρά τους, πάλι, πολλοί από τους θρησκευτικούς ηγέτες του Ιράν θεωρούν τον σημερινό πρόεδρο μεγάλη απειλή και κίνδυνο για τα οικονομικά τους συμφέροντα. Απ' αυτή τη σκοπιά η παρουσία πολλών μουλάδων στις διαδηλώσεις δεν αντιπροσώπευε τόσο μια «εκσυγχρονιστική» τάση μεταξύ των κληρικών όσο την αντίθεσή τους στην επικράτηση κάποιου που έθετε σε κίνδυνο τα οικονομικά τους συμφέροντα.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο βρίσκονται και τα αίτια της σύγκρουσης του Αχμαντινετζάντ με τον Αλί Αχμπάρ Χασεμί Ραφσαντζανί - η κόρη του οποίου και πολλά μέλη της οικογένειάς του συμμετείχαν στις διαδηλώσεις. Ο Ραφσαντζανί είναι, σύμφωνα με το περιοδικό «Forbes», ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους στον κόσμο. Για τον Αχμαντινετζάντ ο Ραφσαντζανί είναι ο κύριος εκπρόσωπος της διαφθοράς και της υπονόμευσης των αξιών της ισλαμικής επανάστασης. Από την πλευρά του, πάλι, ο Ραφσαντζανί θεωρεί τον Αχμαντινετζάντ έναν επικίνδυνο παρανοϊκό, που μπορεί να τινάξει στον αέρα την οικονομία της χώρας - μια εξέλιξη που οπωσδήποτε θα έπληττε και τον ίδιο τον Ραφσαντζανί στον βαθμό που ελέγχει ένα μεγάλο τμήμα της οικονομίας θέτοντας σε άμεσο κίνδυνο τα οικονομικά του συμφέροντα.

Η πραγματική, λοιπόν, σύγκρουση στο Ιράν δεν αφορά τη φιλελευθεροποίηση του καθεστώτος. Αφορά κυρίως τον ρόλο των κληρικών - ιδιαίτερα της παλιάς φρουράς που πρωτοστάτησε στην ανατροπή του σάχη, αλλά σήμερα έχει παραδοθεί στη διαφθορά και στον χλιδάτο τρόπο ζωής. Το ερώτημα που σε μεγάλο βαθμό καλούσαν να απαντήσουν οι εκλογές ήταν αν θα παρέμεναν στην εξουσία διατηρώντας τα πλούτη και τα προνόμιά τους ή αν, αντιθέτως, θα αντικαθιστούνταν με νεότερους κληρικούς και στελέχη των σωμάτων ασφαλείας που ακολουθούν τον ίδιο ασκητικό τρόπο ζωής με αυτόν του Αχμαντινετζάντ. Αυτή η σύγκρουση, που δεν παίρνει τη μορφή διαδηλώσεων και δημοσιεύσεων στο Twitter, δεν έχει ακόμα τελειώσει και θα συνεχίσει για πολύ καιρό ακόμα να αποτελεί μια πηγή αστάθειας για το καθεστώς του Ιράν. Στο μεταξύ, θα εντείνεται παράλληλα και η καταπίεση όλων των φωνών φιλελευθεροποίησης.

Τετάρτη 8 Ιουλίου 2009

Τα παιδιά της πιάτσας






Αλέξης Παπαχελάς
Δημοσιογράφος

Άρθρο του στην εφημερίδα "Καθημερινή" - 5/7/2009


Οι κ. Χριστοφοράκος και Τσουκάτος ήταν δύο πολύ επιτυχημένοι και φιλόδοξοι «τεχνοκράτες», ο καθένας στον δικό του τομέα. Ο κ. Χριστοφοράκος ήταν επικεφαλής μιας μεγάλης πολυεθνικής στην Ελλάδα και βασικός του στόχος ήταν να είναι πρώτος σε πωλήσεις και προμήθειες. Από αυτό εξαρτώντο τα μπόνους του και η εξέλιξή του στην εταιρεία. Ως καλός μάνατζερ λοιπόν, ο κ. Χριστοφοράκος έπαιζε με τους όρους των «ιθαγενών», της εγχωρίου αγοράς. Πρώτα απ’ όλα διατηρούσε άριστες κοινωνικές σχέσεις, τις οποίες μάλιστα διαφήμιζε, με προβεβλημένους πολιτικούς αλλά και «διαμορφωτές» της κοινής γνώμης. Οταν κρινόταν η τύχη μιας μεγάλης προμήθειας, είχε την απόλυτη άνεση να τηλεφωνήσει στους φίλους του για να επηρεάσουν την απόφαση. Κατόπιν ακολουθούσε την πάγια πολιτική μεγάλων επιχειρηματιών που έχουν συμφέροντα με το κράτος: χρηματοδοτούσε τα κόμματα, ανάλογα με την προοπτική που είχαν να αναλάβουν την εξουσία. Και τέλος λάδωνε υπουργούς, στελέχη οργανισμών κ. λπ. για να βεβαιωθεί πως θα συνεχίσει να είναι Νο1 σε πωλήσεις.

Υποθέτω ότι αν ρωτούσατε τον κ. Χριστοφοράκο κατά πόσον είχε άλλη εναλλακτική λύση, θα σας απαντούσε πως όχι. Αν ο ίδιος δεν χρηματοδοτούσε τα κόμματα και δεν λάδωνε αυτούς που λάδωσε, το πιθανότερο είναι πως κάποιος ανταγωνιστής του θα το έκανε και θα του έπαιρνε τις δουλειές και μαζί και τα μπόνους και τον χλιδάτο τρόπο ζωής στον οποίο είχε εθιστεί. Θα μου πείτε πως μπορούσε να πάει στον εισαγγελέα και να καταγγείλει τους όρους του ελληνικού παιχνιδιού ή ακόμη και να διαμαρτυρηθεί προσωπικά στον εκάστοτε πρωθυπουργό. Ενδεχομένως, αν και δεν είναι καθόλου βέβαιο πως θα είχε ο ίδιος επαγγελματικό μέλλον έπειτα από μια τέτοια ενέργεια.

Οσο για τον κ. Τσουκάτο ήταν ένας τεχνοκράτης στο ελληνικό σύστημα εξουσίας. Στο Μαξίμου, και στο κάθε Μαξίμου, υπάρχουν πάντοτε αυτοί που πίνουν χαμομήλι και συζητούν θέματα στρατηγικής και υψηλής πολιτικής. Και μετά υπάρχει το άλλο κομμάτι που μαζεύει χρήματα από επιχειρηματίες, «καθαρίζει» δύσκολα παιχνίδια και γενικά δεν κινείται πάντοτε στο φως της ημέρας... Ο κ. Τσουκάτος εκπροσωπούσε αυτή τη σκοτεινή πλευρά, χωρίς την οποία πολύ δύσκολα θα είχε εκλεγεί και κατόπιν επιβιώσει ο Κώστας Σημίτης. Και αυτός έπαιζε το παιχνίδι με τους όρους που είχαν συνηθίσει οι προκάτοχοι και ομόλογοί του. Μάζευε χρήματα από μεγάλους «παίκτες», έκανε τις απαραίτητες συναλλαγές και γενικώς χειριζόταν όλες τις δύσκολες και «μαύρες» υποθέσεις. Δεν έχει κανείς αμφιβολία για το αν ήταν ικανός σε αυτό το πόστο. Αλλωστε πολλοί πιστεύουν ότι ο κ. Σημίτης έχασε την επαφή του με την «πιάτσα» όταν έφυγε ο κ. Τσουκάτος, θύμα της προκλητικής του κοινωνικής ταύτισης με πρώτα ονόματα της τότε διαπλοκής.

Το ερώτημα δεν είναι αν οι κ. Χριστοφοράκος και Τσουκάτος είναι ανήθικοι ή όχι. Στο μυαλό τους ήταν «νόμιμοι» και σχεδόν ηθικοί γιατί υπηρετούσαν ένα συγκεκριμένο σύστημα σε μια συγκεκριμένη χώρα. Το αν στη διαδικασία αυτή έβαλαν και κάποια χρήματα στην άκρη για τον εαυτό τους είναι βεβαίως μια άλλη ιστορία.

Αυτοί οι δύο άνθρωποι μπορεί να είναι όμως εξαιρετικά χρήσιμοι σε μια κοινωνία που θέλει επιτέλους να τιμωρήσει, έστω και πολιτικά, αφού δεν γίνεται πλέον δικαστικά, τους διεφθαρμένους πολιτικούς της. Και αυτό θα γίνει ασφαλώς μόνο εφόσον βασισθούν σε αδιάσειστα στοιχεία. Με βάση όμως τις εμπειρίες και τις αποκαλύψεις τους μπορεί να ξεκινήσει μια απολύτως πρακτική συζήτηση για το τι πρέπει να αλλάξει στο σύστημα χρηματοδότησης και τον έλεγχο δαπανών των κομμάτων και τον τρόπο που μοιράζονται οι προμήθειες του κράτους. Με άλλα λόγια, ή θα αλλάξουμε τους όρους του παιχνιδιού στην Ελλάδα ή απλά ο κάθε φιλόδοξος άνθρωπος που θα βρεθεί στην αντίστοιχη θέση με τους κ. Χριστοφοράκο και Τσουκάτο θα κάνει ακριβώς ό, τι έκαναν και αυτοί.

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2009

Τύπος




Ευγένιος Αρανίτσης
Αρθρογράφος
Άρθρο του στην εφημερίδα "Ελευθεροτυπία" - 27/6/2009



Τα περί οικονομικής κρίσης συνιστούν μια μερική αλήθεια, μια διατύπωση που δεν εξαντλεί την περιγραφή του γεγονότος, και μάλιστα η χρήση του όρου επιτρέπει ακριβώς έναν ελιγμό προκειμένου να επιμερίσουμε βολικά τις ευθύνες.

Ισχύει εξίσου για την πολιτική κρίση, την κοινωνική, τη θεσμική, την οικολογική, την πολιτιστική, την εκπαιδευτική και ούτω καθεξής. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια συνολική απορύθμιση του Συστήματος, στου οποίου τα κατά τόπους μέτωπα εκδηλώνονται φαινόμενα αεριώδους γιγαντισμού και κατόπιν αποσύνθεσης.

ΕΝΤΟΠΙΖΟΝΤΑΣ φέρ' ειπείν την «κρίση του Τύπου» στην απόφαση των Αγγελόπουλων να σφραγίσουν τις εταιρείες τους, υπεκφεύγουμε από το συμπέρασμα, ηλίου φαεινότερον, ότι η γενική κρίση νοημάτων και συμπεριφορών, αντιλήψεων και συνηθειών, μας καλεί να την αντιμετωπίσουμε σφαιρικά σαν παθολογία ενός ολόκληρου τρόπου ζωής, εκείνου που προέκυψε από τη σαρωτική νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και την επακόλουθη παροχή πρωτοκαθεδρίας στις καλπάζουσες τεχνολογίες των επικοινωνιών, των οποίων διακηρυγμένος στόχος ήταν η εκμηδένιση της ανθρώπινης σκέψης. Μιλώντας για φούσκα, αναφερόμαστε κατ' ουσίαν σ' αυτή τη συλλογική παραίσθηση συμμετοχικής παντοδυναμίας που ακολουθείται (περίπου όπως η δυσθυμία μετά από την πυρετώδη επενέργεια κάποιου ναρκωτικού) από μια εκκωφαντική πληθωριστική κατάρρευση αξιών άνευ αντικρίσματος, οι οποίες είχαν αναβαθμιστεί απατηλά από μια σκηνοθετημένη ζήτηση. Συμβαίνει όπου και αν κοιτάξουμε, από τον αθλητισμό μέχρι τη λογοτεχνία.

ΕΤΣΙ, τα μέτρα και ημίμετρα που προτείνονται για την «εξυγίανση» π.χ. των εφημερίδων, ελάχιστα πλήττουν τη ρίζα του κακού, αν υποθέσουμε ότι αυτή αγγίζει επίσης, λιγότερο ρομαντικά, τη διαγωγή των ίδιων των αναγνωστών, εκπαιδευμένων να διψούν μάλλον για τις προσφορές των κυριακάτικων φύλλων παρά για ειδήσεις ή αναλύσεις. Αντιλαμβανόμαστε επομένως ότι η σκανδαλώδης πληθώρα των ελληνικών εφημερίδων και τηλεοπτικών σταθμών που φυτοζωούν χάρη στην κρατική διαφήμιση ή σε παρασκηνιακές δοσοληψίες, συχνά εκβιαστικές, με πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα, αντιστοιχεί μόνο σε υποπερίπτωση της λεγόμενης φούσκας. Προγενέστερο και πιο σημαντικό αίτιο παραμένει η μετακίνηση του «λαϊκού» ενδιαφέροντος από το κείμενο προς την εικόνα, από την επικαιρότητα και την αρθρογραφία προς το lifestyle της έγχρωμης «πληροφόρησης», ανεξαρτήτως του πόσο αναξιόπιστη παρουσιαζόταν.

ΚΟΝΤΟΛΟΓΙΣ, οι ειδήσεις, τα σχόλια, το ρεπορτάζ, όλα αυτά είχαν απορροφηθεί προ πολλού στη χοάνη της αστραπιαίας, ευκαιριακής, αβασάνιστης κατανάλωσης και απαξιώθηκαν. Εν συνεχεία, ο καταναλωτής αποζημιώθηκε για την απαξίωση, στην οποία ο ίδιος συνέβαλλε, με έναν καταιγισμό από DVD και κληρώσεις αυτοκινήτων. Τέλος, τα DVD και οι κληρώσεις επαναβεβαίωσαν μέχρι κορεσμού την απαξίωση των κειμένων, αφού αν τα κείμενα έχαιραν υπόληψης εκ μέρους του αναγνώστη, οι προσφορές θα περίττευαν. Και πάει λέγοντας.




Παρασκευή 3 Ιουλίου 2009

Η δύναμη της γνώμης ...





Korinthius Maximus
Περιοδικό MyPress - Τεύχος 10 - Ιούνιος 2009


Ο Γερμανός συγγραφέας Thomas Mann, βραβευμένος με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1929, είχε συμπυκνώσει σε μια και μόνο φράση αυτό που σήμερα φαντάζει ως το ζητούμενο σε κάθε έκφανση του δημόσιου βίου, της δημόσιας διαβούλευσης, της δημόσιας τοποθέτησης επί διάφορων ζητημάτων.

Αυτή η φράση ήταν ότι « Οι γνώμες δεν μπορούν να επιζήσουν, αν δεν βρεθούν εκείνοι που θα πολεμήσουν γι’ αυτές. ».

Στην εποχή μας η γνώμη έχει φθαρεί ως έννοια και ως υπόσταση, κυρίως γιατί η ίδια η εποχή μας, με την ταχύτητα των εξελίξεων και τη διάχυση της πληροφορίας, έχει δημιουργήσει ένα περιβάλλον ευμετάβλητο, πολλές φορές ασαφές και συχνά ομιχλώδες.

Η γνώμη θα έπρεπε να είναι προϊόν σκέψης, ανάλυσης, έρευνας, ανταλλαγής πληροφοριών. Η χρήση της λέξης προϊόν δε γίνεται τυχαία, γιατί άμεσα παραπέμπει στην έννοια του αποτελέσματος, του τελικού εξαγόμενου μιας διαδικασίας.

Σήμερα, η γνώμη συνηθίζεται να προηγείται όλων των προαναφερόμενων διαδικασιών. Δηλαδή, πρώτα κάποιος διατυπώνει γνώμη, κατόπιν αναλύει, μετά σκέφτεται και αν τύχει και διαπιστώσει ότι η γνώμη του είναι λανθασμένη, χωρίς να το παραδεχτεί, θα κάνει έρευνα για να δει με ποιο τρόπο θα ενδυναμώσει την ίδια λανθασμένη γνώμη του.

Μπορεί να το πει κανείς αυτό πείσμα, εγωπάθεια, καπρίτσιο, κατσίκωμα και οτιδήποτε άλλο θέλετε.

Ειδικά στην Ελλάδα, η λογική της αντίστροφης διαδικασίας έχει βαθιές ρίζες και το κακό ξεκινά από την πολιτική – έτσι όπως αυτή ασκείται ως επί το πλείστον -, την τηλεόραση, ακόμα και την οικογένεια. Η διαμόρφωση γνώμης έχει αποκτήσει μια λογική μάρκετινγκ, φτιασιδώματος ή ακόμα και επιβολής.

Η ίδια η έννοια της διαβούλευσης σε κάθε θέμα έχει διαστρεβλωθεί. Η «γραμμή παραγωγής» γνώμης έχει στηθεί επάνω σε έναν ιμάντα που κινείται ανάποδα. Έχει μετατραπεί σε ένα πράσινο τραπέζι με την τράπουλα των δεδομένων να είναι κλειστή και τους παίχτες να ποντάρουν πριν δουν τα φύλλα τους.

Μπαίνουμε λοιπόν στη διαδικασία να γίνεται συζήτηση με τις γνώμες προκαθορισμένες και τον κάθε εμπλεκόμενο να προσπαθεί μανιωδώς να ρίξει νοκ άουτ τους υπόλοιπους με τη φιλοσοφία που λέει ότι «αυτή είναι η γνώμη μου, πες μου τη δική σου» και στη συνέχεια ξεδιπλώνονται όλες οι τεχνικές στήριξης της αρχικής γνώμης μέχρι τελικής πτώσεως.

Είναι λογικό ότι με αυτές τις συνθήκες, σχεδόν ποτέ, δεν υπάρχει συμπέρασμα, ο καθένας μένει με τη γνώμη του και στο τέλος η γνώμη εξανεμίζεται και χάνει ακόμα και την αξία που θα μπορούσε να είχε αν υπήρχε μια συμφωνία επ’ αυτής.

Γι’ αυτό και είναι εξαιρετικό προνόμιο και δείγμα ορθολογικού νου, το να μην έχει κάποιος γνώμη επί παντός επιστητού. Στην Ελλάδα αυτό το προνόμιο, με μια λέξη, το αποκαλούμε αδυναμία. Σκεφτείτε, πόσο αδιανόητο μας έχουν πείσει ότι είναι, το να μην έχει κάποιος γνώμη για όλα, είτε έχει αναλύσει τα δεδομένα, είτε όχι. Σκεφτείτε πόσο ντροπιασμένος «πρέπει» να αισθάνεται κάποιος όταν δεν έχει γνώμη για κάποιο θέμα.

«Μα καλά κύριε, δεν έχετε γνώμη για το ζήτημα ;», λέει τόσο υποκριτικά αποσβολωμένος ο συντονιστής μιας τηλεοπτικής «συζήτησης» …

Όλη αυτή η διαδικασία έχει κάνει τους Έλληνες να έχουν μνήμη χρυσόψαρου. Αλλάζουν το κανάλι και ακούνε από τους ίδιους ανθρώπους, διαφορετικές γνώμες. Διαβάζουν εφημερίδα (όσοι διαβάζουν) και διαβάζουν διαφορετική γνώμη από τον ίδιο συγγραφέα σε διαφορετικές ημερομηνίες ακόμη και με διαφορά δύο ή τριών ημερών.

Κάπου εκεί στο τέλος, κλείνουν και την τηλεόραση, κάνουν ένα μπάνιο και το επόμενο πρωί δεν έχουν καμία γνώμη για κανένα θέμα αφού και οι ίδιοι δε μπήκαν στον κόπο να ψάξουν κάποια στοιχεία για όσα άκουσαν, ή – το χειρότερο – παπαγαλίζουν κάτι που άκουσαν και τους έκανε απλώς εντύπωση. Το «δε βαριέσαι αδελφέ, όλα ίδια είναι!» έχει γίνει ο νέος Εθνικός μας Ύμνος, ή μάλλον καλύτερα, ο Εθνικός μας Ύπνος.

Αυτό το «δε βαριέσαι» βολεύει όμως. Και τους βολεύει όλους.

Η τεχνολογική εξέλιξη και η ψηφιοποίηση έχει έρθει για να συμβάλει λιγάκι στο να ανατραπεί αυτή η εξαιρετικά βολική κατάσταση. Δύσκολα κάποιος θα κρατούσε αρχείο με ντάνες από χαρτί και εφημερίδες στο οποίο θα έπρεπε να ανατρέξει, αν τύχαινε και θυμόταν ότι κάποτε, κάποιος είχε εκφράσει μια γνώμη και ήθελε να τη «φρεσκάρει». Για την τηλεόραση, δεν το συζητάμε, πρόσβαση σε αρχειακό υλικό, πριν από μερικά χρόνια, θεωρείτο ως η ανάβαση στο όρος Κιλιμάντζαρο, με δεκάδες αιτήσεις, μπόλικη σκόνη, και φοβερή υπομονή και επιμονή.

Σήμερα, η ψηφιοποίηση συμβάλει στο να υπάρχουν τουλάχιστον, στον οικιακό μας σκληρό δίσκο ή σε ιστοσελίδες στο διαδίκτυο, εικόνες, βίντεο, κείμενα που μπορούν να φανούν χρήσιμα στην όλη διαδικασία.

Αν μη τι άλλο, σε επίπεδο δημόσιου βίου, τα πάντα καταγράφονται, τα πάντα ψηφιοποιούνται και αρχειοθετούνται. Μερικά μπορεί και «επίτηδες» να σβήνονται, αλλά θα μπορεί κανείς να τα βρει σε κάποια άλλη πηγή, που επίσης «επίτηδες» θα ήθελε να τα διασώσει.

Το θέμα είναι πόσοι αναζητούν αρχειακό υλικό για να διαμορφώσουν τη δική τους γνώμη. Πόσοι ψαχουλεύουν σε βιβλία, σε πρακτικά, σε οπτικοακουστικό υλικό για να καταλήξουν σε κάποιο συμπέρασμα.

Για γνώμες λοιπόν που προκύπτουν μέσα από διαδικασίες καλουπιών και «σχολικών βοηθημάτων» ποιος θα βρεθεί να πολεμήσει ;

«Γνώμη Πατάκη» έλεγε κάποτε μια καθηγήτριά μου στο σχολείο διαβάζοντας τα τετράδια των εργασιών για την ανάλυση κειμένων. Εικοσιπέντε παιδιά σε μια τάξη τριάντα ατόμων έβγαζαν το ίδιο συμπέρασμα, χρησιμοποιώντας τις ίδιες λέξεις.

Τα υπόλοιπα πέντε είχαν απλώς χρησιμοποιήσει άλλο βοήθημα …

Και επειδή η ρήση « Οι γνώμες δεν μπορούν να επιζήσουν, αν δεν βρεθούν εκείνοι που θα πολεμήσουν γι’ αυτές. », μοιάζει κάπως ημιτελής, θα τολμήσω να τη σουλουπώσω προσθέτοντας ότι προτού πολεμήσουν, θα πρέπει να τις έχουν ερευνήσει και να έχουν πειστεί για αυτές. Αλλιώς θα πολεμούν για δόγμα και όχι για γνώμη.

Στείλτε μου τις σκέψεις σας στο email μου, kormaximus@gmail.com.
Τα λέμε στο επόμενο τεύχος.