Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2010

Τα επόμενα σχέδια σταθερότητας

Πάσχος Μανδραβέλης
Αρθρογράφος
Άρθρο του στην εφημερίδα "Καθημερινή" - 21/1/2010


Τελικά θα μείνουμε με την απορία. Υπάρχει «σχέδιο Β΄» για την ανάκαμψη της οικονομίας ή όχι; Φυσιολογικά θα πρέπει να υπάρχει. Οχι μόνο επειδή το ζητεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για κάθε πρόγραμμα σταθερότητας που εκπονεί οποιαδήποτε χώρα, αλλά επειδή το επιτάσσει η λογική. Κάθε σοβαρός άνθρωπος για οτιδήποτε και αν προγραμματίζει εξετάζει και κάποιες εναλλακτικές λύσεις. Ειδικά στην Ελλάδα αυτό είναι αναγκαίο, γιατί δεν ξέρεις τι θα σου συμβεί. Ενα απλό ταξίδι Αθήνα - Θεσσαλονίκη προγραμματίζει κάποιος και πέρα από τις συνήθεις αναποδιές (το ράβε-ξήλωνε στους δρόμους) πρέπει να έχεις ένα δεύτερο και τρίτο σχέδιο για να προσπεράσεις τις αστοχίες των εργολάβων στα Τέμπη και τα μπλόκα των αγροτών σε πλείστα όσα σημεία.

Τότε γιατί διέψευσε την ύπαρξη του «σχεδίου Β΄» ο κυβερνητικός εκπρόσωπος; Σίγουρα δεν θέλει να εκθέσει την κυβέρνηση ως υπερβολικά αισιόδοξη («χαζοχαρούμενη», νεοελληνιστί), που πιστεύει ότι όλα θα πάνε πρίμα και καμία αναποδιά δεν θα σκιάσει τον δρόμο προς την ανάταξη της ελληνικής οικονομίας. Μια δεύτερη εξήγηση είναι ότι το έκανε για να προσφέρει κάτι να κουβεντιάζουν οι ομιλούσες κεφαλές στα παράθυρα. Οι τηλεαστέρες έχουν στήσει πανηγύρια με πιο ασήμαντες αφορμές. Το ερώτημα «υπάρχει σχέδιο Β΄ ή δεν υπάρχει;» μπορεί να βγάλει ίσαμε πέντε ώρες δελτίων ειδήσεων. Η τρίτη και πιο λογική εξήγηση είναι πως η κυβέρνηση γνωρίζει ότι οι πολίτες έχουν λαχταρίσει από το «σχέδιο Α΄» και προφανώς δεν θέλει να τους τρομοκρατήσει με θρύλους για κάποιο πιθανώς πιο σκληρό «σχέδιο Β΄».

Μόνο που η τακτική αυτή έχει κοντά ποδάρια. Πρώτον, οι πολίτες δεν αντιλαμβάνονται την κρισιμότητα της κατάστασης. Θεωρούν ότι με ένα σχέδιο ξεμπερδέψαμε και κατά τα άλλα θα συνεχίσουμε να κάνουμε ό, τι κάναμε και πριν με κάποιες διορθώσεις, όπως μέτρα για τη φοροδιαφυγή, την εισφοροδιαφυγή και άλλα εις «-φυγή». Αυτή είναι μια λανθασμένη εντύπωση. Δεύτερον, οι διορθώσεις στο Πρόγραμμα Σταθερότητας που αναγκαστικά θα γίνουν -αφού η ζωή και η οικονομία αλλάζουν διαρκώς- θα εμφανιστεί ότι γίνονται άνευ σχεδίου.

Η λογική επιτάσσει ότι μια χώρα (ειδικά σαν την Ελλάδα) δεν χρειάζεται μόνο «plan B», αλλά πρέπει να έχει και «plan C» και «plan D». Η δε κυβέρνηση δεν θα πρέπει να ντρέπεται γι’ αυτό, αλλά να το διατυμπανίζει. Θα δείχνει ότι έχει την ετοιμότητα να απαντήσει σε κάθε γύρισμα των αγορών, σε κάθε αναποδιά που θα προκύψει. Κυρίως θα δείχνει ότι αντιλαμβάνεται το μέγεθος της πρόκλησης.

Αυτό που πρέπει να καταλάβουμε, και πρώτοι απ’ όλους τα κυβερνητικά στελέχη, είναι ότι η ανάταξη της οικονομίας δεν είναι μόνο η βελτίωση κάποιων οικονομικών μεγεθών ή δεικτών. Φυσικά, φέτος μπορούμε να περιορίσουμε το έλλειμμα κατά τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες. Θα γκρινιάξουν κάποιοι, θα κάνουν τις συνήθεις συγκεντρώσεις ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΚΕ, αλλά θα τα καταφέρουμε. Τα πραγματικά προβλήματα της οικονομίας είναι πιο μεγάλα και πιο βαθιά. Πρέπει να αλλάξουμε τρόπους επιχειρηματικότητας, εργασίας, πολιτικές συνήθειες, τα πάντα. Και γι’ αυτό δεν χρειάζεται μόνο ένα Πρόγραμμα Σταθερότητας. Χρειάζονται πολλά, και ας αρχίσουμε να συνηθίζουμε στην ιδέα.

Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2010

Δύστηνος μοίρα






Γιάννης Τριάντης

Αρθρογράφος
Άρθρο του στην εφημερίδα "Ελευθεροτυπία" - 21/1/2010


Οι σοβαροφανείς τους «εκσυγχρονισμού» είχαν διαλύσει τα μπλόκα ξεφουσκώνοντας τα λάστιχα των τρακτέρ...

Οι αλχημιστές του Καραμανλισμού -αναλόγου ευφυΐας και σοβαρότητος- είχαν βαφτίσει το κρέας ψάρι για να ρίξουν τον πυρετό των αποκλεισμένων δρόμων (τώρα, η Ενωση μας ζητεί τα ρέστα διότι επρόκειτο για κρατικές ενισχύσεις... παρενδυτικού τύπου)...

Οι σημερινοί, που δεν έχουν λεφτά αλλά μοιράζουν απλόχερα διάλογο και διαβούλευση -κάτι σαν το παντεσπάνι της Μαρίας Αντουανέτας- κινούνται στον ίδιο δρόμο: Λογόρροια, τρυκ, ευθύνες στους προηγούμενους (αιτιολογημένες, εν τίνι μέτρω) και κανένα σχέδιο για το παρόν και το μέλλον της ελληνικής γεωργίας. Απολύτως κανένα...

Οι σοβαρές χώρες, όπως π.χ. η Γαλλία του Σαρκοζί, αντί να τρέχουν ασθμαίνουσες να σβήνουν πυρκαγιές, φροντίζουν να μελετούν τις συνθήκες που τις δημιουργούν, εκπονούν σχέδια παραγωγικά με προοπτική δεκαετιών, επιστρατεύουν τους αρμόδιους φορείς και οργανισμούς (εν προκειμένω: γεωπόνους, ειδικούς για τις καλλιέργειες, τράπεζες κ.ά.), ενημερώνουν εγκαίρως τους αγρότες για τις επιβαλλόμενες αλλαγές και δεν αποσύρονται στα υπουργικά γραφεία αφήνοντας τους παραγωγούς στη μοίρα τους...

Εδώ, η πολύφερνη κυρία Μπατζελή θεωρεί ότι ο... διάλογος στο Ζάππειο θα προσφέρει τη λύση στο μείζον για τη χώρα αγροτικό πρόβλημα!...

Παρεμπίπτον αυτό, υποβολέα, αλλά αξίζει τον κόπο: πριν από μερικά χρόνια, ένας φωτισμένος νομάρχης στην Κοζάνη, γιατρός το επάγγελμα, είχε εκπληκτικές ιδέες για την τοπική γεωργία, τις οποίες υλοποίησε επιτυχώς.

Ε, στις επόμενες εκλογές απέτυχε να επανεκλεγεί...

Γι' αυτό σου λέω: τα πράγματα δεν είναι απλώς δύσκολα. Προβάλλουν ιδιαιτέρως επικίνδυνα για το μέλλον της χώρας...

Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2010

Παιχνίδια με τη φωτιά







Γιάννης Πρετεντέρης
Δημοσιογράφος
Άρθρο του στην εφημερίδα "Το Βήμα" - 21/1/2010


Για το νομοσχέδιο περί μετανάστευσης (το οποίο είναι ουσιαστικά ένα νομοσχέδιο για την ιθαγένεια...) ειπώθηκαν σχεδόν όσα είχαν να ειπωθούν. Η περίφημη διαβούλευση διεξήχθη δημοσίως και μεγαλοφώνως. Έτσι, λοιπόν, ερωτώ: Μήπως ήλθε η ώρα να ξαναδούμε το πράγμα από την αρχή και από μηδενική βάση;

Και αυτό επειδή φοβούμαι ότι όπως εξελίσσεται η κατάσταση ελλοχεύει ένας διπλός σοβαρός κίνδυνος.

Πρώτον, να διχαστεί και να πολωθεί η ελληνική κοινωνία τόσο πολύ πάνω σε ένα κοινωνικό ζήτημα ώστε να καταστεί εντελώς αδύνατη η αντιμετώπισή του. Και αυτή την αδυναμία λύσης θα την πληρώσουν πρώτοι απ΄ όλους εκείνοι που τη χρειάζονται περισσότερο. Δηλαδή, οι ίδιοι οι μετανάστες.

Δεύτερον, να χρησιμοποιηθεί το θέμα ως προνομιακό πεδίο ζύμωσης και ανάδειξης μιας ξενόφοβης Ακροδεξιάς- το έργο το έχουμε ξαναδεί στην υπόλοιπη Ευρώπη. Ηδη, μέσω Διαδικτύου, εκδηλώνεται μια κινητοποίηση των πιο ακραίων πολιτικών ρευμάτων και απόψεων με συλλογές υπογραφών, υβριστικές εκστρατείες και συκοφαντικές επιθέσεις. Δεν είναι η πρώτη φορά, θα μου πείτε. Σωστό. Αλλά στην προκειμένη περίπτωση, αυτά τα ακραία στοιχεία έχουν την ευκαιρία να συναντηθούν με ευρύτερα στρώματα της κοινής γνώμης μέσα από τις φοβίες και τις προκαταλήψεις που ενεργοποιεί σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας μας το θέμα της πολιτογράφησης. Με άλλα λόγια, με την τροπή που έχουν πάρει τα πράγματα, κινδυνεύουμε και να μη λυθεί το πρόβλημα και να προσφερθεί στην ακροδεξιά ένα πολυάριθμο ακροατήριο.

Από την άλλη πλευρά, έχω τη σαφή αίσθηση ότι όλες σχεδόν οι κοινοβουλευτικές δυνάμεις συμπίπτουν σε τρία σημεία τα οποία μπορούν να αποτελέσουν επαρκή βάση για συζήτηση. Συμφωνούν, πρώτον, στη διαπίστωση του προβλήματος.

Συμφωνούν, δεύτερον, στην ανάγκη αντιμετώπισής του.

Συμφωνούν, τρίτον, ότι η αντιμετώπιση αυτή περνάει μέσα από την καθιέρωση κανόνων και ρυθμίσεων στο πλαίσιο της δημοκρατικής πολιτείας μας.

Ποιοι θα είναι αυτοί οι κανόνες; Νομίζω ότι με στοιχειώδη λογική και επαρκή πολιτική βούληση, είναι εύκολο να βρεθούν. Υπό μία προϋπόθεση: ότι η συζήτηση θα διεξαχθεί χωρίς πολιτική υστεροβουλία και ιδεολογική προκατάληψη. Διότι αν το ζητούμενο για τους διαλεγόμενους είναι να αποδείξουν ότι οι μεν έχουν μειωμένη εθνική συνείδηση και οι δε μειωμένη δημοκρατική ευαισθησία, τότε καλύτερα να μη συζητήσουν καθόλου.

Αντιθέτως αν συνειδητοποιήσουν ότι το πλέγμα μετανάστευση και ιθαγένεια είναι κοινωνικά εμπρηστικό, τότε δεν θα είναι δύσκολο να συμφωνήσουν πως τα παιχνίδια με τη φωτιά δεν βοηθούν κανέναν.

Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2010

Διπλό "φάουλ" χωρίς λόγο. Γιατί κύριε υπουργέ;






Νίκος Κατσαρός

Αρθρογράφος
Από την ιστοσελίδα "ellispoint.gr" - 10/1/2010


«Στερνή μου γνώση να σε είχα πρώτα», λέει ο θυμόσοφος λαός αλλά αυτό έχει πλήρη εφαρμογή στο οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης. Πρώτα με τα τέλη κυκλοφορίας, όπου βρέθηκαν ιδιοκτήτες αυτοκινήτων να πληρώνουν υπέρογκα ποσά στο όνομα της «προστασίας του περιβάλλοντος» και χιλιάδες άλλοι να καταθέτουν τις πινακίδες στις εφορίες, μεταξύ αυτών και έμποροι μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, για να μην καταβάλλουν τα αυξημένα τέλη. Αναγκάσθηκε ο ίδιος ο πρωθυπουργός κ. Γιώργος Παπανδρέου να δηλώσει ότι «έγινε λάθος» και θα διορθωθεί.

Ο πολίτης γνωρίζει και όλα δείχνουν ότι έχει αποδεχθεί να πληρώσει επιπλέον φόρους γιατί η κατάσταση της οικονομίας, που παρέλαβε η σημερινή κυβέρνηση από αυτή του κ. Κώστα Καραμανλή, είναι τραγική. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ο λαός περιβάλλει με εμπιστοσύνη το οικονομικό επιτελείο και κυρίως τον υπουργό Οικονομικών κ. Γιώργο Παπακωνσταντίνου, γιατί θέλει να ακούει την αλήθεια όσο επώδυνη και αν είναι.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η εμπιστοσύνη και η ανοχή θα συνεχισθεί επ’ άπειρον, σε όσα «φάουλ» και αν υποπέσει το οικονομικό επιτελείο.

Ο χειρισμός της υπόθεσης της φορολογίας των γονικών παροχών, κληρονομιών και μεταβιβάσεων είναι επιεικώς «ερασιτεχνικός». Όφειλε το οικονομικό επιτελείο να παρουσιάσει μία ολοκληρωμένη τροπολογία για να ξέρει ο κάθε πολίτης τί πληρώνει και πότε.

Η τροπολογία κατατέθηκε, αργά το βράδυ, στη Βουλή, τακτική την οποία είχε καταδικάσει και ορθώς το ΠΑΣΟΚ στο παρελθόν, χωρίς καν να υπάρχει αιτιολογική έκθεση και εισηγητική έκθεση από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους.

Σε ποια ευνομούμενη πολιτεία ο πολίτης θα κάνει σήμερα μία πράξη μεταβίβασης ακινήτου και θα μάθει τι φόρος αναλογεί μετά από τρείς μήνες; Σε τι οφείλεται η βιασύνη ώστε να μη γνωρίζουμε ακόμη και σήμερα ποιοι είναι οι νέοι συντελεστές φορολόγησης, ποιά είναι τα αφορολόγητα ποσά και αν στις μεταβιβάσεις θα ισχύσουν οι υπάρχουσες αντικειμενικές τιμές ή οι νέες αυξημένες.

Εκ των υστέρων το οικονομικό επιτελείο φαίνεται ότι αντιλαμβάνεται το «φάουλ» και θα ανακοινώσει συγκεκριμένα πράγματα μέσα στις επόμενες ημέρες. Όμως το «φάουλ» έγινε και επιφέρει κίτρινη κάρτα. Και ως γνωστό όσο ελαστικός και αν είναι ο διαιτητής - στη συγκεκριμένοι περίπτωση οι φορολογούμενοι - στο δεύτερο σκληρό «φάουλ» υπάρχει δεύτερη κίτρινη και αποβολή, τουλάχιστον με όρους ποδοσφαίρου. Ας το έχουν αυτό υπόψη τους ορισμένοι στο οικονομικό επιτελείο.

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2010

Σενάρια για το άχαρο 2010





Μίμης Ανδρουλάκης

Συγγραφέας, Βουλευτής ΠΑΣΟΚ
Άρθρο του στην εφημερίδα "Καθημερινή" - 11/1/2010


Η παγκόσμια κρίση δε λέει να ολοκληρώσει τη δουλειά της. Τα απόνερά της για μερικά κράτη και ορισμένους τομείς του χρηματοπιστωτικού συστήματος μπορεί να αποδειχθούν πιο επικίνδυνα από καθεαυτή την κρίση. Μια από τα ίδια, λίγο καλύτερα το 2010; Μικρή ανάκαμψη και ύστερα παρατεταμένη στασιμότητα με σχήμα τετραγωνικής ρίζας ή σαξοφώνου; Ή σενάριο πανικού και διπλής βουτιάς; Άγρυπνη ετοιμότητα καθώς το πρώτο, το σχετικά καλύτερο σενάριο, έχει ίσως τις ίδιες πιθανότητες με το τρίτο, το χειρότερο. Πάντως, καλού κακού, ας σκεφτόμαστε και το απροσδόκητο τρίτο και μισό σενάριο της πιο άγριας βεβαιότητας που αυτή τουλάχιστον τη στιγμή συγκεντρώνει ελάχιστες πιθανότητες. Κι όμως κάποιοι ισχυρίζονται πως όσο μεγάλη είναι η πτώση τόση θα είναι και η άνοδος. Μακάρι.

Οι διεθνείς risk managers έντρομοι στήνουν αυτί σε οποιοδήποτε τρομακτικό σενάριο και αναζητούν, πάντα με το πνεύμα της ορδής, τις πηγές του επόμενου σοκ. Τώρα η “μόδα” μετά το Ντουμπάι λέει Ελλάδα. Μια δεκαετία αποτυχίας τους. Έπεσαν έξω και στις τρεις μεγάλες φούσκες – βουτιές της δεκαετίας. Οι αγορές και οι σοφολογιότατοί τους υποτίμησαν τα δύο τελευταία χρόνια τον κίνδυνο της κρίσης του δημόσιου χρέους στις ανεπτυγμένες χώρες και ειδικά στις πιο ευάλωτες της ευρωζώνης. Η πειθαρχία των αγορών στη ζώνη του ευρώ έγινε καπνός μέχρι που ήρθαν στην επιφάνεια οι ζώνες υψηλού δημοσιονομικού κινδύνου. Παράδοξο αλλά η ασφάλεια του ευρώ απέτρεψε τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Κυριάρχησε η αυταπάτη ότι τα “κράτη δεν χρεοκοπούν πια” εκτός και αν πρόκειται για Ταϊλάνδη, Αργεντινή ή Ουκρανία! Στερούνται τη “βαθιά μνήμη¨του καπιταλισμού. Το κράτος και ο καπιταλισμός μπορούν να υπερβαίνουν μια κρίση με μεθόδους που δημιουργούν την επόμενη. Για να αντιμετωπίσουν τη φούσκα των χρηματιστηρίων που έσκασε το 2000, προκάλεσαν, με την πλημμυρίδα του φθηνού χρήματος και τις χρηματοοικονομικές αλχημείες, την πιστωτική φούσκα. Όταν έσκασε κι αυτή δημιούργησαν τη φούσκα του δημόσιου χρέους, που αν δεν ξεφουσκώσει σταδιακά, μπορεί να προκαλέσει μια νέα παγκόσμια βουτιά τα επόμενα χρόνια. Η φούσκα από ιδιωτική έγινε δημόσια.

Το πολιτικό σύστημα της Ελλάδας αιφνιδιάζεται ιδιαίτερα μετά την εγκληματική αμέλεια της κυβέρνησης της ΝΔ. Τα κομματικά “προγράμματα” φαντάζουν ωραίες λίστες επιθυμιών γραμμένες πάνω σε μια φούσκα του δημόσιου χρέους έτοιμη να εκραγεί ανά πάσα στιγμή ακόμα κι από ένα μακρινό εξωτερικό συμβάν. Υπήρξε μια απεριόριστη διακομματική πίστη στο θαύμα του Γάμου της Κανά. Ας πούμε πως τη “νεοφιλελεύθερη” αυταπάτη, από ένα ευρώ μπορεί να βγάλουμε δάνεια 40 – 50 ευρώ, τη διαδέχθηκε μια σχολικού τύπου νεοκεϋνσιανή αυταπάτη ότι μπορεί το κράτος να δανείζεται απεριόριστα και πάντα η δημόσια δαπάνη με θετικό πολλαπλασιαστή θα υπερθερμάνει την οικονομία την ίδια στιγμή που θα καταρρέει η ανταγωνιστικότητά της. Έλα όμως που αν περάσεις ένα κρίσιμο αλλά μεταβλητό κατώφλι ο πολλαπλασιαστής γίνεται αρνητικός.

Αν το κάθε πρόσθετο ευρώ που δανείζεσαι κλιμακώνει επικίνδυνα το ασφάλιστρο κινδύνου, αυξάνει τις εισαγωγές, αφαιρείται από τον ιδιωτικό δανεισμό και εκτοπίζει τις ιδιωτικές επενδύσεις, τροφοδοτεί αντιπαραγωγικές δαπάνες του δημοσίου και αυξάνει τη δυσπιστία των αγορών, τότε είσαι σε ζώνη υψηλού κινδύνου.

Η δυναμική του χρέους σου υπερβαίνει επικίνδυνα τη δυναμική της ανάπτυξής σου, η ατμομηχανή της οικονομίας σου, δηλαδή η εσωτερική ζήτηση ξεμένει από κρατικά καύσιμα δίχως να μπορεί άμεσα να την υποκαταστήσει η εξωτερική ζήτηση, πορεύεσαι σχοιναβατικά πάνω από ένα διπλό κενό, δημοσιονομικό και παραγωγικό και όλα πια είναι ανοιχτά και πιθανά.

Γιατί όμως τώρα μπαίνει η Ελλάδα στη ζώνη υψηλού κινδύνου αφού κι άλλες φορές πέρασε το δημόσιο χρέος της το 100% του ΑΕΠ; Πρώτον, γιατί τώρα και τα επόμενα χρόνια υπάρχει ισχυρή πιθανότητα να συγχρονιστούν σε μια “Ημέρα Κρίσεως” όλοι οι δαίμονες της ελληνικής οικονομίας: διπλό έλλειμμα, λιγότερο και ακριβότερο χρήμα, ημιπτώχευση του ασφαλιστικού και πριν τη δημογραφική ανατροπή.

Δεύτερον, γιατί τώρα στη γύρα για δανεικά στις αγορές βγαίνουν και μας ανταγωνίζονται όλες οι ανεπτυγμένες χώρες και τα σύννεφα μιας ενδεχόμενης κρίσης του δημόσιου χρέους δεν υπάρχουν μόνο την Αθήνα και το Δουβλίνο αλλά και στη Μαδρίτη, το Λονδίνο, τη Νέα Υόρκη. Αλήθεια οι σοφολογιότατοι των αγορών έχουν υπολογίσει την πιθανότητα μιας δημοσιονομικής κρίσης στη Μ. Βρετανία;

“Τι να κάνουμε;” Η πρώτη καταγεγραμμένη στην ιστορία διαχείριση χρεοκοπίας κράτους ήταν ελληνική. Ο Διονύσιος των Συρακουσών συγκέντρωσε όλες τις δραχμές και για να φάει το χρέος του μάρκαρε και μετέτρεψε τη μία δραχμή σε δύο. Το ίδιο περίπου έκανε και ο Ρούζβελτ. Μέχρι και προσωρινό νόμισμα – φάντασμα έκοψε. Εμείς όμως δεν έχουμε πια τη μηχανή που κόβει χρήμα ούτε μπορούμε να κάνουμε υποτίμηση του νομίσματός μας. Η μόνη “υποτίμηση” που μπορούμε να κάνουμε είναι η αρνητική, να ρίξουμε τους μισθούς μας ή η θετική, να μειώσουμε το διοικητικό και γραφειοκρατικό βάρος, να ανοίξουμε τα κλειστά επαγγέλματα και τις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών. Η κυβέρνηση Παπανδρέου, παρά τη σχετικά χαλαρή της εκκίνηση, θέλει δε θέλει τώρα, υπό την πίεση των αγορών και των εταίρων, παίρνει ταχύρρυθμα μαθήματα crisis management, κατανοεί ότι πρώτη προτεραιότητα είναι να κρατήσει η Ελλάδα το κεφάλι έξω από το νερό και πιέζεται από τη δύναμη των πραγμάτων να αποκτήσει ντε φάκτο το χαρακτήρα κυβέρνησης έκτακτης εθνικής ανάγκης ως προς την αίσθηση του επείγοντος και το συναγερμό όλων των κοινωνικών, δημιουργικών και παραγωγικών δυνάμεων της χώρας.

Το μεγάλο της στοίχημα είναι να αποφύγουμε το χειρότερο σενάριο δίχως να θυσιάσουμε τη δυνατότητα ανάκαμψης και τους μεσοπρόθεσμους στόχους για μια νέα βιώσιμη ανάπτυξη με κοινωνική δικαιοσύνη. Ο υπαρκτός κίνδυνος μιας άτυπης έστω χρεοκοπίας της χώρας μπορεί να γίνει το ατού για να επιχειρήσουμε στους δύσκολους καιρούς τις ώριμες αλλαγές που δεν αποτολμήσαμε στους καλούς, της ευφορίας και της αυταπάτης.

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2010

Τα απόνερα της διαβούλευσης





Τάσος Παππάς

Αρθρογράφος
Άρθρο του στην εφημερίδα "Ελευθεροτυπία" - 10/1/2010


Η κρίση των παραδοσιακών μορφών συμμετοχής των πολιτών έχει προκαλέσει πλήθος συζητήσεων.

Από πολλές πλευρές εκφράζεται η άποψη ότι η αντιπροσωπευτική δημοκρατία έχει υποκατασταθεί από μηχανισμούς εξουσίας χωρίς καμία νομιμοποίηση, στεγανοποιημένους και αδιαφανείς, που εκμεταλλεύονται την απίσχνανση των μεγάλων αφηγήσεων για να σταθεροποιήσουν και να διευρύνουν την επιρροή τους.

Κατατίθενται προς απόδειξη τα θηριώδη ποσοστά αποχής στις εκλογές, η συρρίκνωση των κομμάτων και των συνδικάτων, η απαξίωση των κοινοβουλευτικών θεσμών και η ενίσχυση της δύναμης των ελίτ του χρήματος, των μέσων ενημέρωσης και των ειδικών. Εχουμε να κάνουμε δηλαδή με «φιλελεύθερες ολιγαρχίες», όπως χαρακτήρισε τα σύγχρονα μοντέλα διακυβέρνησης πριν από χρόνια ο Κ. Καστοριάδης, αν και ο προσδιορισμός «φιλελεύθερες» μπορεί να θεωρηθεί ευφημισμός για τα σημερινά δεδομένα.

Η πρόταση-αντίδοτο για να αντιμετωπιστεί αυτή η κατάσταση είναι, σύμφωνα με ορισμένες αναλύσεις, η δημιουργία εκείνων των προϋποθέσεων που θα ενθαρρύνουν τη συμμετοχή των ανθρώπων, δίνοντας νόημα και ουσία στην ιδιότητα του πολίτη με το σκεπτικό ότι «από τη στιγμή που οι μάζες αρχίζουν να διαβουλεύονται, να ενεργούν, να συμμετέχουν και να συνεισφέρουν, παύουν να είναι μάζες και γίνονται πολίτες» (Μ. Μπάρμπερ, «Ισχυρή Δημοκρατία», εκδόσεις «Παπαζήσης»).

Υποστηρίζεται ακόμη ότι η διαβούλευση, εκτός από τη δυνατότητα που προσφέρει στον πολίτη να έχει γνώμη για τα θέματα που τον αφορούν και επηρεάζουν καθοριστικά τη ζωή του, αμφισβητεί την αυθεντία των συμβούλων που πλαισιώνουν την εξουσία και υπονομεύει την αριστοκρατική αντίληψη που αντιλαμβάνεται «την πολιτική ως μια τεχνογνωσία, ως μια τεχνική η οποία απαιτεί έναν τύπο δεξιότητας, ο οποίος είναι ακριβώς εκείνος του ειδήμονα» (Αλέν Ρενό, «Το τέλος της αυθεντίας», εκδόσεις «Πόλις»).

Οπως συμβαίνει πάντοτε, οι θεωρίες δοκιμάζονται στην πράξη και όπως έχει παρατηρηθεί, συχνά θριαμβεύει ο νόμος των ακούσιων συνεπειών. Αυτή την περίοδο στη Γαλλία διεξάγεται ένας εκτεταμένος ηλεκτρονικός διάλογος με επιλογή της δεξιάς κυβέρνησης με το ερώτημα «Τι σημαίνει να είσαι Γάλλος;».

Η πρωτοβουλία κατηγορείται ότι ενεργοποιεί τα κλειστοφοβικά σύνδρομα μερίδων του πληθυσμού και ευνοεί την εκδήλωση διχαστικών αντιδράσεων, επιτρέποντας στην ακροδεξιά να παίζει με τις ανασφάλειες τμημάτων της κοινωνίας και να στοχοποιεί τους αποσυνάγωγους για όλα τα δεινά που πλήττουν τη χώρα. Η αντιπολίτευση κάνει λόγο για «ένα φόρουμ ρατσισμού στην πιο πρωτόγονη μορφή ξενοφοβίας» και το έγκυρο περιοδικό «Nouvel Observateur» υπογραμμίζει ότι «η δημόσια διαβούλευση δεν είναι παρά ένα κοκτέιλ αμφιλεγόμενων απόψεων, για να μην πούμε ρατσιστικών». Αυτά συμβαίνουν, όμως, στη Γαλλία...

Παρόμοια κρούσματα είχαμε και στην Ελλάδα. Η κυβέρνηση έβαλε στη διαβούλευση το νομοσχέδιο για τους μετανάστες και αμέσως πλημμύρισε η σχετική ιστοσελίδα με επιθετικά μηνύματα υπερσυντηρητικών αποχρώσεων. Κατά την εκτίμηση των εμπνευστών της διαδικασίας πρόκειται για οργανωμένη κίνηση. Η καθηγήτρια του Παντείου Β. Γεωργιάδου, που μελετά την ευρωπαϊκή και εγχώρια εξωσυστημική δεξιά, σημειώνει ότι από τη δεκαετία του '90 η ακροδεξιά χρησιμοποιεί πιο δυναμικά απ' οποιαδήποτε άλλη συσσωμάτωση το συγκεκριμένο μέσο, εστιάζοντας το ενδιαφέρον της στα ζητήματα που έχουν να κάνουν με τις ιδεολογικές αναφορές της (μεταναστευτικό, φυλετικό, εθνική ομοιογένεια, ισλαμοφοβία, ευρωσκεπτικισμός κ.ά).

Ακόμη είναι πολύ νωρίς να καταλήξουμε σε συμπεράσματα, ωστόσο μπορούμε να υποθέσουμε ότι αυτό συμβαίνει γιατί το Διαδίκτυο τη βοηθάει να έρθει σε επαφή με ανθρώπους που έχουν τις ίδιες απόψεις και να συντονίσει τη δράση τους, της εξασφαλίζει ανωνυμία προστατεύοντάς την από το δημόσιο στιγματισμό, της δίνει την ευκαιρία με το δημαγωγικό ακτιβισμό της να ψαρέψει στα θολά νερά, απευθυνόμενη σε ευρύτερα ακροατήρια, που δεν μπορεί να το κάνει με τα δικά της όργανα ή γιατί δεν έχει πρόσβαση στα καθιερωμένα ΜΜΕ, βγάζοντάς την έτσι από το περιθώριο.

Τα νέα μέσα επικοινωνίας μπορούν να χρησιμοποιηθούν και για καλό και για κακό: δίνουν υπόσταση στις αδέσποτες φωνές, προσφέρουν βήμα και στις πιο εικονοκλαστικές ιδέες νοθεύοντας τις συναινετικές καθεστωτικές σούπες, γίνονται μοχλοί κινητοποίησης για προοδευτικές ανατροπές, αλλά και ιμάντες για τη διάδοση σκοταδιστικών απόψεων, για τη χειραγώγηση και τον εκμαυλισμό συνειδήσεων. Ο αφορισμός και η αποθέωσή τους είναι εξίσου επιπόλαιες προσεγγίσεις.

Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2010

Το τέλος του παιχνιδιού






Γιάννης Πρετεντέρης
Δημοσιογράφος
Άρθρο του στην εφημερίδα "Το Βήμα" - 10/1/2010


Υπάρχει μια απλή διαπίστωση στην οποία συγκλίνουν όλοι οι υπουργοί που συνομίλησαν με τους ελεγκτές της Ευρωπαϊκής Ενωσης: Αυτή τη φορά, δεν αστειεύονται. Και μας ζητούν όχι απλώς να πάρουμε σοβαρά τα χάλια μας αλλά να κάνουμε και κάτι σοβαρό για να τα διορθώσουμε.

Αυτό συμβαίνει για πολλούς λόγους.
* Επειδή όντως φοβούνται μήπως η Ελλάδα αποδειχθεί Κερκόπορτα αποσταθεροποίησης του ευρώ.

* Επειδή θέλουν να στείλουν μήνυμα και σε άλλους υποψήφιους χαβαλέδες της ευρωζώνης.

* Επειδή μας έχουν βαρεθεί- και μη θεωρήσετε ότι αυτό είναι λιγότερο σημαντικό από τα δύο προηγούμενα... Ποιο είναι το αποτέλεσμα; Οτι η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν περιορίζεται σε υποδείξεις αλλά αμφισβητεί πλέον ευθέως μια βασική παραδοχή της ελληνικής πολιτικής: Την παραδοχή ότι η οικονομική πολιτική είναι μέσο άσκησης εκλογικής επιρροής και εξυπηρέτησης κομματικών στόχων. Αυτό, κάποιοι ανεγκέφαλοι το ονομάζουν «αμφισβήτηση της κυριαρχίας της ελληνικής κυβέρνησης».

Σιγά την είδηση! Η δημιουργία της ΟΝΕ έχει εκχωρήσει τους βασικότερους μοχλούς άσκησης οικονομικής πολιτικής σε ένα υπερεθνικό σύνολο στο οποίο μετέχει και η Ελλάδα. Ο λόγος είναι απλός: Δεν μπορεί να υπάρξει κοινό νόμισμα με αποκλίνουσες οικονομικές πολιτικές. Το ένα προϋποθέτει το άλλο. Και από τη στιγμή που το ευρώ είναι ένας συνεταιρισμός, οι υπόλοιποι συνεταίροι έχουν εύλογο συμφέρον και ενδιαφέρον να μην αφήνουν καμία Ελλάδα να κάνει του κεφαλιού της.

Ολα τα άλλα, επιστρέψτε μου να πω, είναι καθρεφτάκια για ιθαγενείς. Απλώς τώρα η ελληνική πολιτική τάξη είναι υποχρεωμένη να στραφεί στους ψηφοφόρους και να τους εξηγήσει ότι το κοινωνικό νταραβέρι που ήξεραν πρέπει να λάβει τέλος. Η οικονομική σταθερότητα και ανάπτυξη προέχουν των πελατειακών λογαριασμών.

Κανονικά, αυτή η καθαρή εξήγηση με την ελληνική κοινωνία θα έπρεπε να έχει γίνει ήδη από το 2000. Δεν έγινε, καθυστέρησε και τώρα έρχεται να επιβληθεί στις χειρότερες δυνατές συνθήκες. Η κυβέρνηση του ΠαΣοΚ δεν καλείται απλώς να απαρνηθεί μια προεκλογική ρητορική αλλά να παραιτηθεί και από τον τρόπο που πολιτεύονται και τα δύο κόμματα εξουσίας τα τελευταία 35 χρόνια. Δεν είναι απλό, δεν είναι εύκολο και γι΄ αυτό κατανοώ και τους δισταγμούς και τις αντιδράσεις.

Μόνο που η επιβολή είναι τελικώς εξυγιαντική. Η λογική τού «άλλα λέμε, άλλα εννοούμε, άλλα κάνουμε» που κατέληγε τελικώς «να μην κάνουμε τίποτα» θα έπρεπε εξ ορισμού να φέρει κάποια ημερομηνία λήξης. Δεν συνέβη. Και από τη στιγμή που δεν καταφέραμε να τελειώσουμε το παιχνίδι μόνοι μας, έρχεται τώρα να σφυρίξει λήξη ο διαιτητής. Πάλι καλά, προσθέτω εγώ.