Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010

Ευχές ...







Άννα Παναγιωταρέα
Δημοσιογράφος
Άρθρο της στην εφημερίδα "Ελεύθερος Τύπος" - 16/83/2010


«
Καλή δύναμη» μας ευχήθηκε ο πρωθυπουργός από την Πάρο. Πράγματι, ο Πολίτης χρειάζεται «δύναμη» για να καταλάβει πώς, από Σεπτέμβρη του 2009 σε Αύγουστο του 2010, η Ελλάδα έγινε «ψωροκώσταινα» και η πλειοψηφία των Πολιτών της πένητες. Πώς να ξεχάσει ο Πολίτης ότι τον προεκλογικό Σεπτέμβριο ο Γ. Παπανδρέου από την τηλεόραση της ΝΕΤ -βγάζοντας «νοκ άουτ» τον Καραμανλή που μιλούσε για χειρότερες μέρες- μας καθησύχασε λέγοντας «λεφτά υπάρχουν», υποσχόμενος την ανασύσταση του κοινωνικού κράτους.

ΣΤΑ ΤΕΛΗ του μετεκλογικού Οκτώβρη πάλι μας καθησύχασε ότι μπορεί να «υπάρχουν προβλήματα αλλά η κυβέρνηση είναι προετοιμασμένη για να τα αντιμετωπίσει». Και τον Ιανουάριο δήλωνε ότι «η Ελλάδα δεν θα προσφύγει σε κανένα ΔΝΤ».

Πώς φτάσαμε, λοιπόν, τώρα να μαθαίνουμε τα του μέλλοντός μας από την τρόικα, που εκπροσωπεί τους δανειστές μας; Είναι ηλίου φαεινότερο πως η υπογραφή του μνημονίου και οι υποχρεώσεις οι οποίες αναλήφθηκαν αναγκάζουν την κυβέρνηση να φέρεται ως απαιτητικός διαχειριστής. Κρυμμένη πίσω από το ΔΝΤ, παίρνει αποφάσεις που καμία κυβέρνηση δεν θα τολμούσε όχι να φέρει στη Βουλή προς ψήφιση αλλά ούτε σε δημόσια διαβούλευση.

Ο Πολίτης, ζαλισμένος από την αφαίμαξη που του γίνεται, φοβισμένος ότι ίσως έπονται οι χειρότερες μέρες του χειμώνα, για την ώρα υπομένει σιωπηλά και δείχνει εγκαρτέρηση. Γι’ αυτό πιστεύω ότι την ευχή για «δύναμη» τη χρειάζεται πρωτίστως ο ίδιος ο πρωθυπουργός ώστε να μείνει στην Ελλάδα και να αντιμετωπίσει τη νέα χρονιά «στα ίσια», χωρίς υπεκφυγές.

Υπάρχουν πληροφορίες ότι στη ΔΕΘ προτίθεται να κάνει απολογισμό της χρονιάς που πέρασε. Θα ήταν καλύτερα αν ανακοίνωνε και το σχεδιασμό για τη χρονιά που έρχεται. Γιατί η Ελλάδα μοιάζει με καράβι που ο καπετάνιος του περί πολλά τυρβάζει, ενώ «ενός εστί χρεία»! Τα ταξίδια του υπουργού των Εξωτερικών απέδωσαν τους καρπούς που είχαν να αποδώσουν. Οι ατέρμονες συζητήσεις, οι πολύωρες συσκέψεις, οι πολυπρόσωπες επιτροπές, οι προσληφθέντες πρωθυπουργικοί σύμβουλοι αποδίδουν τα αναμενόμενα.

ΟΜΩΣ ΤΩΡΑ ήρθε η ώρα ο υπουργός επί των Εξωτερικών να γίνει ο πρωθυπουργός που διευθύνει και ελέγχει την κυβέρνησή του. Ούτε από το τηλέφωνο λύνονται προβλήματα που χρονίζουν και έχουν σχέση με την ανάκαμψη. Ούτε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου κυβερνάται μια χώρα. Το «ο λαός στην εξουσία» που αντικαταστάθηκε από το μοδάτο «ο blogger στην εξουσία» δεν λύνει τα προβλήματα. Αν όμως έμενε ο πρωθυπουργός στην Ελλάδα, ίσως...

Παρασκευή 27 Αυγούστου 2010

Στον αστερισμό της αβεβαιότητας






Παντελής Καψής
Δημοσιογράφος
Άρθρο του στην εφημερίδα "Το Βήμα" - 14/8/2010


Η συζήτηση για την οικονομία εν μέσω Δεκαπενταύγουστου και καύσωνα όλο και πιο πολύ θυμίζει το ανέκδοτο «καλύτερα υγιής και πλούσιος παρά άρρωστος και φτωχός».

ΑΦΟΡΜΗ για τον νέο γύρο του παραλόγου έδωσε βέβαια η υστέρηση των εσόδων τον Ιούλιο, που θεωρήθηκε τόσο από τη ΝΔ όσο και από την Αριστερά ότι δικαιώνει την κριτική τους: η λιτότητα και οι φόροι φέρνουν ύφεση, με αποτέλεσμα οι στόχοι του Προγράμματος Σταθερότητας να μην είναι εφικτοί. ΠΡΟΦΑΝΩΣ, αν μπορούσαμε με κάποιον μαγικό τρόπο να διατηρήσουμε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, τα πράγματα θα ήταν πολύ καλύτερα. Αυτό ακριβώς όμως είναι το πρόβλημα, η αντίφαση αν θέλετε, στην οποία βρίσκεται η Ελλάδα.

ΣΕ μια περίοδο διεθνούς κρίσης και όταν είναι ανάγκη να ρίξουμε χρήματα στην αγορά για να αποφύγουμε την κατάρρευση της πραγματικής οικονομίας είμαστε υποχρεωμένοι να αφαιρούμε χρήματα για να ικανοποιούμε τους όρους των αγορών και της τρόικας.

ΑΣ μην τρέφουμε αυταπάτες. Ολα αυτά τα χρόνια παίζαμε με τη φωτιά και ήταν μαθηματικά βέβαιον ότι κάποια στιγμή θα ερχόταν ο λογαριασμός. Οπως συνήθως συμβαίνει, ήρθε τη χειρότερη ώρα.

ΕΤΣΙ τώρα είμαστε υποχρεωμένοι να περπατάμε σε τεντωμένο σχοινί, με τον κίνδυνο κάθε φορά να πέσουμε. Οι προβλέψεις παραμένουν αισιόδοξες. Το έλλειμμα έχει μειωθεί εντυπωσιακά και η πραγματική οικονομία συρρικνώνεται λιγότερο από τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ. Η μαύρη οικονομία μπορεί να είναι το μαξιλάρι που χρειαζόμασταν.

ΤΗΝ ίδια στιγμή ωστόσο το διεθνές κλίμα χειροτερεύει. Ηδη στις ΗΠΑ μιλάνε για νέο κύκλο ύφεσης, ενώ στην Ευρώπη η γερμανική πειθαρχία της κυρίας Μέρκελ και η επάνοδος των Συντηρητικών στη Βρετανία δεν αφήνουν μεγάλα περιθώρια ανάκαμψης.

ΑΚΟΜΗ και για το πιο άρτιο τεχνικά πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής δεν υπάρχει η βεβαιότητα της επιτυχίας. Και αυτό ίσως είναι το σοβαρότερο «μάθημα» που πρέπει να πάρουμε από την κρίση: ότι, δηλαδή, η οικονομία είναι ταυτόσημη με το ρίσκο.

ΩΣ κοινωνία έχουμε εθιστεί στη λογική των «κεκτημένων» και της εξασφάλισης από το κράτος. Και τείνουμε να ξεχνάμε ότι σε βάθος χρόνου κανένα κράτος δεν μπορεί να διασφαλίσει ένα επίπεδο ζωής υψηλότερο από αυτό που μπορούν να στηρίξουν οι παραγωγικές δυνατότητες του τόπου.

ΠΑΡΑΔΟΞΩΣ αυτό είναι κάτι που θα έπρεπε να γνωρίζουμε πολύ καλά αν αναλογιστούμε ότι από τα περίπου 200 χρόνια ζωής της σύγχρονης Ελλάδας τα συντριπτικά περισσότερα ήμασταν είτε σε καθεστώς χρεοκοπίας είτε σε καθεστώς διεθνούς οικονομικής εποπτείας. ΜΕΝΕΙ να φανεί αν αυτή τη φορά θα μπορέσουμε να ξεπεράσουμε το παρελθόν μας ή αν θα το ξαναζήσουμε, προφανώς σαν τραγωδία!

Τετάρτη 25 Αυγούστου 2010

Αλήθειες και ταμπού






Αλέξης Παπαχελάς
Δημοσιογράφος
Άρθρο του στην εφημερίδα "Καθημερινή" - 14/8/2010


Ο πρωθυπουργός θα ήθελε πολύ να επιτευχθεί μια συμφωνία με την Τουρκία που θα ρύθμιζε τις ελληνοτουρκικές εκκρεμότητες. Δεν είναι άλλωστε ο πρώτος, και ο Κ. Σημίτης και ο Κ. Καραμανλής οραματίσθηκαν κάτι ανάλογο. Φαίνεται πάντως πως έχει σημειωθεί κάποια πρόοδος στις διαπραγματεύσεις, τις οποίες διεξάγει για λογαριασμό της ελληνικής κυβέρνησης ένας εξαιρετικά έμπειρος βετεράνος διπλωμάτης. Οπως πάντα, όμως, το ερώτημα είναι αν οι δύο κυβερνήσεις θα έχουν την πολιτική βούληση και ισχύ να προχωρήσουν σε μια συμφωνία. Ο κ. Παπανδρέου διατρέχει έναν σημαντικό κίνδυνο: να χάσει με μια τέτοια συμφωνία την επαφή με ένα κομμάτι του «πατριωτικού» ΠΑΣΟΚ, το οποίο έχει ήδη απομακρυνθεί ψυχικά από το κυβερνών κόμμα μετά το Μνημόνιο και το οποίο θα μπορούσε να γοητευθεί από το (βέβαιο) «Οχι» του κ. Σαμαρά. Ενα κομμάτι της κοινής γνώμης, που είναι ήδη θυμωμένο με το πολιτικό σύστημα, ενδέχεται να πεισθεί πως μια ελληνοτουρκική συμφωνία συνιστά μια «ταπείνωση» που συνδέεται με την οικονομική αδυναμία της χώρας. Η οικονομική κρίση, άλλωστε, πάντοτε ενισχύει τη ροπή προς τη συνωμοσιολογία.

Η αλήθεια είναι πως δεν μπορεί να υπάρξει ποτέ μια δίκαιη και σοβαρή διευθέτηση των ελληνοτουρκικών σχέσεων αν οι πολιτικοί, οι ειδικοί και τα μέσα ενημέρωσης δεν μιλήσουν ειλικρινά για αυτά τα θέματα. Δύο γενιές Ελλήνων ανατράφηκαν με το μαξιμαλιστικό, λαϊκιστικό δόγμα που θεωρεί ότι η Ελλάδα έχει παντού δίκιο. Οποιοι επιχείρησαν, όπως ο μακαρίτης Βύρων Θεοδωρόπουλος ή ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωστής Στεφανόπουλος, να εκστομίσουν κάποια ψήγματα ρεαλιστικών προτάσεων, λοιδορήθηκαν. Πρέπει, όμως, κάποια ώρα να λεχθούν αλήθειες για το αν μπορείς να έχεις διαφορετικό εναέριο και θαλάσσιο χώρο, αν το FIR είναι ζωτικός εθνικός χώρος ή διεθνής χώρος που η διεθνής κοινότητα έχει αναθέσει στην Ελλάδα να επιτηρεί, αν οι αποφάσεις για την υφαλοκρηπίδα λαμβάνονται με βάση την αρχή της αναλογικότητας κ. λπ., κ. λπ. Μέχρι τώρα το μονοπώλιο αυτής της συζήτησης έχει ένα λόμπι που απλώς επιχειρεί να βάλει τους έχοντες άλλη άποψη στην κατηγορία του μειοδότη ή του πράκτορα. Τώρα, όμως, που τελειώνει ο υστερικός λαϊκισμός της μεταπολίτευσης, καλό θα ήταν να σοβαρευθούμε και στη συζήτηση των εθνικών μας θεμάτων. Λιγότερο πατριώτης δεν είναι, άλλωστε, ο λιγότερο φωνακλάς ή μαξιμαλιστής, αλλά αυτός που φλερτάρει με την ανευθυνότητα και δεν καταλαβαίνει τα ρίσκα που εμπεριέχουν οι υπερβολές.

Είναι, ακόμη, σημαντικό σε αυτήν τη διαδικασία να ρίξουμε μια ματιά στην πρόσφατη ιστορία μας και να δούμε πού μας οδήγησαν κινήσεις που φαινομενικά ήταν εντυπωσιακές. Τα μεγαλύτερα λάθη των τελευταίων 36 ετών ήταν, κατά σειρά, η αποχώρηση της Ελλάδος από το ΝΑΤΟ, η άνευ λόγου πρόκληση της κρίσης του 1987 που οδήγησε τελικά σε απώλεια κυριαρχίας, καθώς από τότε η Ελλάδα μπορεί να κάνει έρευνες μόνο εντός των χωρικών της υδάτων και τέλος, η άλογη κλιμάκωση της κρίσης των Ιμίων με την τοποθέτηση επίσημης σημαίας χωρίς κανείς να σκεφθεί την επόμενη μέρα. Κάποιοι επιμένουν ακόμη και σήμερα πως το λάθος ήταν ότι δεν κάναμε πόλεμο το 1996 στα Ιμια. Οι πιο σώφρονες έχουν καταλάβει από τότε πως η μεγαλύτερη πρόκληση για την Ελλάδα είναι να μην πέφτει σε παγίδες που μπορούν να οδηγήσουν σε κλιμάκωση και σύγκρουση.

Το παράδοξο με όλα τα παραπάνω είναι πως η συντριπτική πλειοψηφία των σοβαρών πολιτικών, διπλωματών, στρατιωτικών κ. ά. συμφωνούν ότι είναι καιρός να λεχθούν αλήθειες και να σπάσουν μερικά ψευδή ταμπού. Συμφωνούν όμως πίσω από κλειστές πόρτες γιατί μόλις ανάψουν οι κάμερες επιδίδονται σε πατριωτικές κορώνες της δεκάρας, φοβούμενοι μήπως κατηγορηθούν για «προδοσία». Ο φόβος αυτής της ρετσινιάς, που είναι τόσο σύμφυτη με την αρνητική πλευρά του DNA μας, έχει εμποδίσει εδώ και χρόνια οιαδήποτε λογική συζήτηση για την εξωτερική μας πολιτική.



Δευτέρα 23 Αυγούστου 2010

Χωρίς γυαλί (και γυαλίσματα);








Γιάννης Πανούσης
Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών
Άρθρο του στην εφημερίδα "Ελευθεροτυπία" - 16/8/2010


Καθόμουν ώρες μες στην πλήξη μου και χάζευα
Αντ. Φωστιέρης, Η αράχνη

Την τηλεόραση μπορεί να την προσεγγίσει κανείς με πολλούς τρόπους:

- ως ένα ανοικτό παράθυρο στο παγκόσμιο χωριό

- ως έναν ιμάντα μεταβίβασης πληροφοριών και γνώσεων

- ως ένα διαμεσολαβητή ανάμεσα στα γεγονότα και την απεικόνισή τους

- ως ένα εργαλείο πειθούς ή και προπαγάνδας

- ως ένα μηχανισμό κατασκευής συναίνεσης

- ως ένα «ράφι» κατανάλωσης ιδεών

- ως ένα δίαυλο επικοινωνίας πολιτισμών

- ως ένα πορτάκι δια-φυγής

- ως απλό κουτί ψυχαγωγίας και διασκέδασης

- ως ένα πεδίο προβολής προϊόντων και εμπορευμάτων.

ΑΠΟ αυτό το menu ο κάθε τηλεθεατής μπορεί ν' «αγοράσει», δηλαδή να προτιμήσει όποια εκδοχή τού πάει περισσότερο. Αρα έχουμε την τηλεόραση που μας αξίζει.

ΔΕΝ είναι εύκολο ν' αξιολογήσουμε την ελληνική τηλεόραση στο σύνολό της, διότι αλλιώς λειτουργούν τα ιδιωτικά και αλλιώς τα κρατικά κανάλια. Γενικά πάντως οι κακές εκπομπές είναι περισσότερες από τις καλές, οι καλές εκπομπές δεν απευθύνονται σε όλους (λόγω ύφους ή και λόγω ώρας), τα προγράμματα είναι κυρίως προσανατολισμένα στον (εκ προθέσεως;) απο-προσανατολισμό του κοινού (είτε από τα πραγματικά του προβλήματα είτε από την ίδια την πραγματικότητα).

ΚΙ ακόμη: η ελληνική τηλεόραση λειτουργεί άνομα. Ούτε καν ο κανόνας της υγιούς αγοράς δεν ισχύει. Ενας είναι ο κανόνας: να μην υπάρχουν κανόνες για κανέναν (ούτε για τον ιδιοκτήτη ούτε για το δημοσιογράφο ούτε για τους καλεσμένους).

ΝΟΜΙΖΩ ότι η τηλεόραση απομυθοποίησε τα πάντα χωρίς να κατορθώσει να φτιάξει καινούργιους μύθους. «Εκαψε» πολλά πολιτικά πουλέν, ανέδειξε μερικά αστέρια μιας χρήσης ή μιας τηλεοπτικής περιόδου, αλλά δεν καθιέρωσε αυτούς που δεν ήταν ήδη «νομιμοποιημένοι» για άλλους λόγους.

ΟΣΟΝ αφορά τον πολιτικό λόγο ή τις πολιτικές συζητήσεις, νομίζω ότι η συνειδητή επιλογή των εκπομπών (και των δημοσιογράφων που τις διευθύνουν) αφ' ενός να καλούν πάντοτε τα ίδια πρόσωπα (που λένε συνήθως τα ίδια ξύλινα επιχειρήματα) κι αφ' ετέρου να προτιμούν τις κοκορομαχίες και τις ιδεολογικές υστερίες από τον νηφάλιο πολιτικό διάλογο, έχει πλήρως απαξιώσει τη σχετική λειτουργία.

ΤΩΡΑ τελευταία τα πράγματα έχουν χειροτερεύσει, αφού ορισμένα κανάλια, αντί να λένε «ειδήσεις για όλους», μοιάζει να βγάζουν κομματικές προκηρύξεις (χωρίς να 'χουν την εντιμότητα να το λένε).

ΓΙΑΤΙ τα σκέφτηκα όλα αυτά τώρα; Γιατί είναι καλοκαίρι και όλες οι τηλεοράσεις (πρέπει να) είναι κλειστές.

ΔΙΑΚΟΠΕΣ σημαίνει off στον διακόπτη.

ΑΛΛΙΩΣ ούτε στις διακοπές θα χαρούμε την (όποια) ελευθερία μας.

Παρασκευή 20 Αυγούστου 2010

Οι παράπλευρες απώλειες των απορρήτων της WikiLeaks







Jean-Marie Colombani
Δημοσιογράφος
Άρθρο του στην εφημερίδα "Το Βήμα" - 1/8/2010


Με τρεις τρόπους μπορούμε να δούμε την υπόθεση της μεγάλης διαρροής των απορρήτων εγγράφων του στρατού των ΗΠΑ για τον πόλεμο στο Αφγανιστάν, που καλύπτουν την περίοδο 2004-2009, και δημοσιεύτηκαν ταυτόχρονα από την ιστοσελίδα Wikileaks, τη βρετανική εφημερίδα «Τhe Guardian», το γερμανικό περιοδικό «Der Spiegel» και την αμερικανική εφημερίδα «Τhe Νew Υork Τimes»: ο πρώτος τρόπος αφορά τις αποκαλύψεις περιστατικών που περιγράφονται στα ίδια τα έγγραφα, ο δεύτερος σχετίζεται με τη στάση των συμμάχων των ΗΠΑ στον πόλεμο και ο τρίτος με την αμερικανική στρατηγική στην περιοχή.

Οι αποκαλύψεις αποτελούν το δίχως άλλο μια μεγάλη δημοσιογραφική επιτυχία, αλλά δεν μας παρέχουν καμία πληροφορία ικανή να αλλάξει την ιδέα που είχαμε ήδη σχηματίσει για την αφγανική σύγκρουση.

Το 1971, η αμερικανική εφημερίδα «Τhe Νew Υork Τimes» είχε δημοσιεύσει αποσπάσματα από έναν τόμο απόρρητων εγγράφων, τα λεγόμενα Ρentagon Ρapers που έδειξαν ότι ο πόλεμος του Βιετνάμ στηρίχθηκε, από την πρώτη στιγμή, σε λάθος βάσεις.

Τίποτε παρόμοιο δεν μας δείχνουν τα απόρρητα της WikiLeaks. Αυτή τη φορά, η διαρροή των μυστικών ντοκουμέντων λειτουργεί διαφορετικά. Μαθαίνουμε ότι οι άμαχοι νεκροί είναι πιθανώς περισσότεροι από ό,τι μας λέει ο επίσημος απολογισμός των θανάτων, ότι η διαφθορά είναι πολύ πιο διαδεδομένη από όσο ξέραμε στις αφγανικές αρχές και τέλος, ότι οι μυστικές υπηρεσίες του Πακιστάν παίζουν διπλό παιχνίδι συνεργαζόμενες σε πολλές περιπτώσεις με τους Ταλιμπάν.

Ομως όλα αυτά τα γνωρίζαμε. Περιγράφονταν ήδη στις επίσημες εκθέσεις. Αυτό που πρέπει να εξετάσουμε δεν είναι το περιεχόμενο, αλλά οι πολιτικές επιπτώσεις που μπορεί να έχουν αυτές οι αποκαλύψεις.

Ως συνήθως, οι δημοσιεύσεις τέτοιου τύπου είναι χρήσιμες για τον προσανατολισμό της κοινής γνώμης. Σε κάθε περίπτωση, προκαλούν συναισθήματα που με τη σειρά τους γίνονται μέρος της πολιτικής πραγματικότητας.

Ετσι, άνοιξαν πάλι συζητήσεις στην Ευρώπη, στις χώρες όπου η κοινή γνώ μη αποστρέφεται εδώ και καιρό και μόνο την ιδέα του πολέμου στο Αφγανιστάν.

Είναι η περίπτωση της Γερμανίας, όπου η παρουσία 5.000 στρατιωτών τίθεται, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, υπό συζήτηση. Με τον ίδιο τρόπο, η συζήτηση αναζωπυρώθηκε στη Βρετανία, χώρα στην οποία η κοινή γνώμη βρίσκεται ακόμη υπό το σοκ του «λάθους» (κατά την έκφραση που χρησιμοποίησε ο ίδιος ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Νικ Κλεγκ ) της συμμετοχής στον πόλεμο του Ιράκ.

Στη Γαλλία η συγκίνηση είναι μικρότερη. Εκτός από την τοποθέτηση ενός σοσιαλιστή πρώην υπουργού Αμυνας, του Πολ Κιλές, ο οποίος ζήτησε την απόσυρση των γαλλικών στρατευμάτων, δεν συνέβη τίποτε που να μπορεί να συγκριθεί με αυτό που ακολούθησε, πριν από δύο χρόνια, τον θάνατο 10 γάλλων στρατιωτών που σκοτώθηκαν σε ενέδρα.

Αλλά τα βλέμματα στρέφονται ακόμη περισσότερο προς τις ΗΠΑ, όπου η δημοσίευση των εγγράφων συνέβη τη στιγμή που πολλαπλασιάζονται οι αμφιβολίες για το σύνολο της αμερικανικής στρατηγικής στην περιοχή.

Υπήρξε εξάλλου μια πολύ έντονη συζήτηση στο Κογκρέσο, η οποία όμως έληξε άδοξα, καθώς αποφασίστηκε με πολύ μεγάλη πλειοψηφία η έγκριση νέων κονδυλίων για τον πόλεμο.

Πολλοί αναρωτιούνται αν οι ΗΠΑ βρίσκονται ήδη σε αδιέξοδο. Πρόκειται, βεβαίως ουσιαστικά για μια στρατηγική που κληρονομήθηκε από τον Τζορτζ Μπους. Ο τελευταίος, θυμόμαστε, είχε επινοήσει την απειλή των όπλων μαζικής καταστροφής στο Ιράκ για να δικαιολογήσει την εισβολή στη χώρα αυτή, αν και γνωρίζαμε ήδη ότι σημαντικό μέρος των βάσεων της Αλ Κάιντα δεν βρίσκονταν μόνο στο Αφγανιστάν, αλλά και στο Πακιστάν.

Το Πακιστάν παραμένει το επίκεντρο και το μεγάλο αδύνατο σημείο των ΗΠΑ. Οι Αμερικανοί περιμένουν από τη χώρα αυτή να εντείνει τον αγώνα κατά των Ταλιμπάν.

Αλλά είναι σαφές ότι το Πακιστάν σκέφτεται περισσότερο τι θα γίνει μετά το τέλος του πολέμου στο Αφγανιστάν και προσπαθεί σκληρά να εξασφαλίσει από τώρα τον έλεγχο σε ένα μέρος της χώρας, το οποίο πιθανότατα στο μέλλον θα βρίσκεται ανάμεσα στη σφαίρα επιρροής του Πακιστάν από τη μια μεριά και του Ιράν από την άλλη. Δεν μας εκπλήσσει λοιπόν καθόλου το γεγονός ότι οι πακιστανικές μυστικές υπηρεσίες εξακολουθούν να υποστηρίζουν το σύνολο ή μέρος των Ταλιμπάν, ανακοινώνοντας αραιά και πού κάποιες συλλήψεις για τις οποίες όμως δεν μπορούμε τις περισσότερες φορές να γνωρίζουμε κατά πόσο είναι αληθινές.

Αναγκάζοντας ανοιχτά το Πακιστάν να επιλέξει στρατόπεδο, ο βρετανός πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον προκάλεσε ένα μίνι διπλωματικό επεισόδιο με το Ισλαμαμπάντ, όπου βρισκόταν σε επίσημη επίσκεψη. Αλλά ο πακιστανικός στρατός έχει μία και μοναδική εμμονή: να εμποδίσει κάθε επιρροή της Ινδίας, ή γενικότερα, κάθε πρόοδο της χώρας αυτής στην περιοχή.

Η κατάσταση στο Πακιστάν από τη μια πλευρά, το ιρανικό αδιέξοδο από την άλλη, η μόνιμη αστάθεια στο Ιράκ: είναι λες και οι πόλεμοι του Μπους είναι φτιαγμένοι για να οδηγήσουν τον Μπαράκ Ομπάμα σε αδιέξοδο.

Αλλά, για να πούμε την αλήθεια, δεν υπάρχει ούτε στις ΗΠΑ ούτε στην Ευρώπη εναλλακτική σκέψη που να οδηγεί σε μια καλύτερη προσέγγιση. Γι΄ αυτό τον λόγο, περισσότερο από παραίτηση παρά από πεποίθηση, ο πόλεμος στο Αφγανιστάν θα συνεχιστεί ως έχει.

Τετάρτη 18 Αυγούστου 2010

Οι «νταβατζήδες» της τρόικας και η ΔΕΗ







Νίκος Μπέλλος
Αρθρογράφος
Άρθρο του στην εφημερίδα "Ελεύθερος Τύπος" - 31/7/2010


Ο ΩΜΟΣ ΕΚΒΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΤΡΟΪΚΑΣ για εκχώρηση στον ιδιωτικό τομέα εργοστασίων της ΔΕΗ επιβεβαιώνει με τον πλέον σαφή τρόπο όλους όσοι υποστήριξαν από την πρώτη στιγμή ότι η κυβέρνηση δεν διαπραγματεύτηκε το μνημόνιο αλλά πανικόβλητη αποδέχθηκε ό,τι της ζήτησαν οι εταίροι. Κανένας δεν αμφισβητεί την απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου στην Κοινότητα, άλλωστε οι σχετικές κοινοτικές οδηγίες έχουν υιοθετηθεί από τα κράτη-μέλη και πρέπει να τεθούν σε εφαρμογή. Το αν θα αποβούν προς όφελος των καταναλωτών θα φανεί στην πράξη, αν και η εμπειρία απο τις κοινοτικές χώρες που άνοιξαν εδώ και χρόνια τις αγορές τους δεν είναι ιδιαίτερα θετική.

ΕΚΕΙΝΟ ΠΟΥ ΑΜΦΙΣΒΗΤΕΙΤΑΙ είναι ο βίαιος και συνάμα εκβιαστικός τρόπος με τον οποίο οι εταίροι στο όνομα του μνημονίου ζητούν «εδώ και τώρα» την πώληση σε ιδιώτες επενδυτές του 40% της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, προερχόμενης από υδροηλεκτρικά εργοστάσια και λιγνίτη, που σήμερα εκμεταλλεύεται η ΔΕΗ. Είναι βίαιος διότι οι άλλες χώρες διαπραγματεύονται με την Κομισιόν χρονοδιαγράμματα σταδιακής απελευθέρωσης της αγοράς και στην περίπτωση που οι Βρυξέλλες αρνηθούν, μπορούν να κερδίσουν μέχρι 2 χρόνια μέσω του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Η Ελλάδα δεν έχει αυτή τη δυνατότητα, διότι οι εταίροι συνδέουν την απελευθέρωση με το μνημόνιο, που σημαίνει ότι μπορούν κάλλιστα να «μπλοκάρουν» τα δάνεια προς τη χώρα μας, εάν η κυβέρνηση αρνηθεί να εκτελέσει την εντολή.

ΕΙΝΑΙ ΕΚΒΙΑΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΕΞΟΡΓΙΣΤΙΚΟ, γιατί το μνημόνιο μιλάει αόριστα για απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας χωρίς να προσδιορίζει ρητώς ότι η ΔΕΗ πρέπει να «μικρύνει». Αλλωστε μέχρι πριν από ένα χρόνο η Κομισιόν δεν ζητούσε την πώληση εργαστασίων της ΔΕΗ, αλλά την εκχώρηση σε ιδιώτες του 40% των κοιτασμάτων λινγίτη σε βάθος χρόνου.

ΩΣΤΟΣΟ, ΟΙ ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ ερμηνεύουν κατά το δοκούν τις ασάφειες του μνημονίου, οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις είναι σκόπιμες. Με άλλα λόγια, η υπόθεση της ΔΕΗ δεν θα είναι η μόνη, αλλά πριν από την εκταμίευση κάθε δόσης των δανείων θα έρχεται η τρόικα με έναν κατάλογο απαιτήσεων και θα ζητάει την υλοποίησή τους. Ειναι λοιπόν προφανές ότι στη διαπραγμάτευση με την τρόικα η κυβέρνηση πήρε ό,τι της έδωσαν και έδωσε ό,τι της ζήτησαν ...

Δευτέρα 16 Αυγούστου 2010

Το μνημόνιο δεν προβλέπει μείωση μισθών ...








Χρήστος Ιωάννου
Αρθρογράφος

Άρθρο του στην εφημερίδα "Ελευθεροτυπία" - 1/8/2010



Δεν υπάρχει λόγος κανείς υπουργός, ούτε ο της Εργασίας, να εμφανίζεται «μνημονιότερος» του μνημονίου, όσον αφορά την πολιτική μισθών στον ιδιωτικό τομέα.

Οι περικοπές-απομειώσεις μισθών του ιδιωτικού τομέα δεν είναι μέρος των «προϋποθέσεων» (conditionalities) του μνημονίου. Οι ίδιοι οι επιτηρητές της τρόικας το αναγνωρίζουν ρητά, αποδεχόμενοι ότι η περικοπή-απομείωση των μισθών του ιδιωτικού τομέα δεν είναι το «ζητούμενο», για σαφείς και κρίσιμους λόγους.

Η ολιγοπωλιακή δομή πολλών τομέων της οικονομίας θα απέκλειε το πέρασμα των περικοπών στις τιμές και στη βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας τιμών της οικονομίας. Απλώς θα βελτίωνε περαιτέρω τα περιθώρια κέρδους. Οι περικοπές μισθών θα οδηγούσαν σε βαθύτερη ύφεση και περιδίνηση της οικονομικής δραστηριότητας, με αρνητικές συνέπειες στη δημοσιονομική σταθεροποίηση.

Περικοπές μισθών του ιδιωτικού τομέα θα επέτειναν την ήδη αυξημένη ανισότητα των μισθών και του εισοδήματος. Επιπλέον, οι περισσότεροι εξαγωγικοί κλάδοι είναι εντάσεως κεφαλαίου και συνεπώς το μισθολογικό κόστος είναι μικρό μέρος του συνολικού κόστους, ενώ στον τομέα των υπηρεσιών η διεθνής ζήτηση δεν συνδέεται με την ελαστικότητα της τιμής και του εργατικού κόστους.

Αντί των περικοπών, το μνημόνιο δίνει προτεραιότητα στην επιστροφή της εξωτερικής ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, όπως αυτή «μετράται» από τον εκτιμώμενο δείκτη της «πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας» έναντι των εμπορικών εταίρων-ανταγωνιστών της χώρας (REER). Γι' αυτό ο στόχος ήταν «σε εναρμόνιση με τη μείωση των μισθών του δημόσιου τομέα, οι μισθοί του ιδιωτικού τομέα πρέπει να γίνουν πιο ευέλικτοι, ώστε να καταστεί δυνατή η συγκράτηση του κόστους για μια εκτεταμένη χρονική περίοδο».

Και αυτό, μέσω όχι διοικητικών παρεμβάσεων στους μισθούς, αλλά ως μέρος των διαρθρωτικών πολιτικών, με αλλαγές στο σύστημα διαμόρφωσης των αμοιβών της εργασίας, των συλλογικών διαπραγματεύσεων και της καλύτερης «λειτουργίας των μηχανισμών της αγοράς». Αλλωστε, τα οικονομικά του μνημονίου δεν προέβλεπαν μείωση των αμοιβών κατά κεφαλήν το 2011-2013 και ήλπιζαν σε εξαιρετικά χαμηλότερο πληθωρισμό ή και αποπληθωρισμό, ώστε μέσω αυτού να καλυφθεί το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας και η εκτιμώμενη (REER) να κινηθεί γρηγορότερα προς το σημείο ισορροπίας.

Παρά το ότι οι συμπεριφορές στις συλλογικές διαπραγματεύσεις (Εθνική Γενική ΣΣΕ και κλαδικές) κινούνται σε αυτήν τη λογική, δεν κινήθηκε αναλόγως ο πληθωρισμός - που έχει «ξεφύγει» και ως ποσοστό και ως θεμελιακός στόχος της πολιτικής του μνημονίου. Οι δε υπουργικές πολιτικές μισθών για τον ιδιωτικό τομέα παραμένουν «τυφλές» για τα ουσιώδη, αρκούμενες σε «κακοτεχνίες» άρθρων και τροπολογιών για το σύστημα συλλογικών διαπραγματεύσεων της χώρας.

Παρά το γεγονός ότι πλέον δεν ευθύνονται οι μισθοί του ιδιωτικού τομέα για τον πληθωρισμό, ούτε επαναλαμβάνεται το παλιό λάθος να τον «ακολουθούν» και να τον αναπαράγουν, τόσο ο πληθωρισμός όσο και η μεταρρύθμιση του συστήματος διαμόρφωσης των αμοιβών στον ιδιωτικό τομέα είναι σοβαρά ζητήματα, που επιβάλλουν την ανάλογη στάση της οικονομικής πολιτικής.