Γιάννης Πρετεντέρης
Δημοσιογράφος
Άρθρο του στην εφημερίδα "Τα Νέα" - 17/7/2012
Ιστολόγιο περιοδικής αρθρογραφίας από το Νομό Κορινθίας και όχι μόνο.
Ξεφυλλίζοντας τις εφημερίδες του πρόσφατου παρελθόντος θα δούμε ότι το κρυφτούλι των υπουργών με το καθήκον τους ξεκίνησε την επομένη της ψήφισης του πρώτου Μνημονίου. Και όταν λέμε «την επομένη» κυριολεκτούμε. Διάβαζουμε για παράδειγμα στην «Καθημερινή» στις 20.5.2010: «Εμπόδια στην υλοποίηση των δεσμεύσεων που έχει αναλάβει η Ελλάδα προκειμένου να διασωθεί η οικονομία της θέτουν ακόμη και υπουργοί της κυβέρνησης... Σύμφωνα με πληροφορίες, η προωθούμενη από το υπουργείο Οικονομικών απελευθέρωση των κατώτατων ορίων στις δικηγορικές αμοιβές, στο πλαίσιο της απελευθέρωσης των κλειστών επαγγελμάτων, έχει προκαλέσει τη σύγκρουση μεταξύ του κ. Γιώργου Παπακωνσταντίνου και του υπουργού Δικαιοσύνης Χάρη Καστανίδη. Σε ένα άλλο μέτωπο αποδείχθηκε πως η υπουργός Οικονομίας Λούκα Κατσέλη είχε αποστείλει στην Κομισιόν διαφορετική ρύθμιση από αυτή που κατατέθηκε στη Βουλή σχετικά με την παραγωγή και πώληση άρτου στα σούπερ μάρκετ».
Για τις περικοπές των δαπανών όλοι είχαν μια καλή δικαιολογία: «Περίπου 22 δισ. ευρώ πρέπει να εξοικονομήσει η χώρα μας μέχρι το 2015, εκ των οποίων 15 δισ. από περιστολές δαπανών και 7 δισ. από αύξηση εσόδων. Οι εγγενείς δυσκολίες που επικαλούνται οι υπουργοί για να υλοποιήσουν τις υποχρεώσεις που τους αναλογούν και κυρίως το γεγονός ότι οι περισσότεροι μοιάζουν πια να μην πιστεύουν στην επίτευξη των κυβερνητικών στόχων... Είναι χαρακτηριστικό ότι υπάρχουν υπουργοί οι οποίοι με τη φράση “ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος” διαμηνύουν ευθαρσώς στον κ. Γ. Παπακωνσταντίνου πως είναι εντελώς παράλογο να τους ζητεί περαιτέρω περικοπές, και άλλοι που είτε τοποθετούν έναν ανώτατο πήχυ στις μειώσεις που τους αξιώνονται είτε φωτογραφίζουν άλλες πηγές (σ.σ.: δηλ. “τα ισοδύναμα των άλλων”) εξοικονόμησης» («Καθημερινή» 26.3.2011). «Ευρύ εσωτερικό μέτωπο διαφωνούντων με τις απολύσεις από το Δημόσιο έχει να αντιμετωπίσει το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα ο πρωθυπουργός. Η προχθεσινή ευθεία διαφωνία του κ. Δ. Ρέππα ως προς την αναγκαιότητα απολύσεων στο Δημόσιο και οι έμμεσες αιχμές του προς τον κ. Γ. Παπακωνσταντίνου δεν είναι παρά μόλις μία περίπτωση υπουργού που διαφωνεί και μάλιστα δημοσίως» («Καθημερινή» 21.5.2011).
Κάπως έτσι, λοιπόν, περάσαμε δύο χρόνια μη εφαρμογής του Μνημονίου (υπάρχουν άπειρα παραδείγματα «ηρωικής αντίστασης» των υπουργών να εφαρμόσουν τα συμφωνηθέντα, που δεν επαρκεί ο χώρος να τα καταγράψουμε). Η συνεδρίαση του προχθεσινού διυπουργικού δείχνει ότι κάπως έτσι θα περάσουμε και τα επόμενα δύο χρόνια, αν -εν τω μεταξύ- δεν κοπεί η ροή της χρηματοδότησης. Οι υπουργοί συνεχίζουν να ορκίζονται ότι όλες οι δικές τους δαπάνες είναι σημαντικές, αλλά παρ’ όλα αυτά θέλουν να περιστείλουν τη σπατάλη του Δημοσίου, η οποία φυσικά είναι στα υπουργεία των άλλων.
Σε κάθε κρίσιμο σημείο των διαπραγματεύσεων και οι δύο πλευρές ψάχνουν να βρουν κάτι που θα αλλάξει το κλίμα και τους όρους του παιχνιδιού. Στην ορολογία των εμπλεκόμενων στις διαπραγματεύσεις ο όρος που χρησιμοποιείται είναι «game changers». Φτάνει, δηλαδή, η στιγμή που αντιλαμβάνονται όλοι ότι αποκλείεται να επιτευχθούν οι δημοσιονομικοί και άλλοι στόχοι και χρειάζονται μια - δυο θεαματικές κινήσεις που θα αλλάξουν το παιχνίδι. Την πρώτη περίοδο του Μνημονίου αυτό επετεύχθη με τις αλλαγές στο ασφαλιστικό και στη δεύτερη με τις αλλαγές στα εργασιακά. Εν τω μεταξύ, δοκιμάσθηκαν και ορισμένα επικοινωνιακά πυροτεχνήματα, όπως οι αποκρατικοποιήσεις ύψους 50 δισ., τα οποία πολύ γρήγορα απεδείχθη ότι ήταν εντελώς ανεφάρμοστα.
Η κυβέρνηση θα πρέπει να βρει πολύ γρήγορα, έως τις αρχές Σεπτεμβρίου, τις δυο - τρεις αντίστοιχες κινήσεις που θα διασφαλίσουν τη χρηματοδότηση της χώρας. Δεν θα είναι μια εύκολη εξίσωση γιατί δεν υπάρχουν εύκολες και άμεσες λύσεις ώστε να αποφευχθεί το πολιτικό δηλητήριο των περαιτέρω μειώσεων μισθών και συντάξεων. Ταυτοχρόνως θα πρέπει να αποφευχθεί η κατάρρευση της κυβέρνησης λόγω της αποχώρησης ενός ή και δύο εταίρων της. Και όλα αυτά όταν στο Βερολίνο μια ισχυρή ομάδα έχει σταματήσει να βλέπει την ελληνική έξοδο από το ευρώ ως ανεξέλεγκτη καταστροφή ή να παίρνει πολύ στα σοβαρά την «απειλή Τσίπρα».
Μέχρι τώρα, λοιπόν, τα μηνύματα προς τα μέσα και τα έξω ήταν σωστά και συνετά. Η κυβέρνηση θα εισέλθει όμως σε λίγες ημέρες στο καμίνι της λήψης άμεσων και δυσάρεστων αποφάσεων όπου και θα παραμείνει με κλιμακούμενες θερμοκρασίες (και άδεια δημόσια ταμεία) μέχρι το τέλος της διαπραγμάτευσης με την τρόικα στις αρχές Σεπτεμβρίου.
Ο ελληνικός λαός παρακολουθεί ένα νέο «θέατρο του παραλόγου», καθώς κορυφαίοι πολιτικοί συνεχίζουν να προβάλουν, περίπου ως αυτονότητα και εξασφαλισμένα, ζητήματα που οι εταίροι μας έχουν καταστήσει σαφές ότι σε αυτή τουλάχιστον τη φάση δεν προτίθενται να συζητήσουν, και από την άλλη, βλέπουν τεχνοκράτες, που έχουν αίσθηση της ευρωπαϊκής πραγματικότητας, να εμφανίζονται συγκρατημενοι και να αποφεύγουν τις πατριωτικές κορόνες, επιχειρώντας να διαχειρισθούν μια πολύ δύσκολη κατάσταση, γνωρίζοντας ότι μόνο μια συναινετική προσέγγιση που θα βασίζεται σε έργα και όχι σε λόγια, πόσω μαλλον σε «μαχητικές διεκδικήσεις», θα επιτρέψει στη χώρα να επιτύχει κάποιες αλλαγές στο περίπλοκο και αρνητικό για την Ελλάδα δημιουργηθέν περιβάλλον.
Υπό αυτό πρίσμα, άλλωστε, επέλεξε ο κ. Γιάννης Στουρνάρας να περιορίσει τις προσδοκίες για άμεση και επιθετική επαναδιαπραγμάτευση του Μνημονίου και προέβαλε ως προτεραιότητα τις αποκρατικοποιήσεις, υπογράφοντας την πώληση των τεσσάρων airbus της Ολυμπιακής, η ακινησία των οποίων είχε μειώσιει σημαντικά την τιμή τους, ενώ έδωσε βάρος στην ταχεία ολοκλήρωση των έξι αποκρατικοποιήσεων, για τις οποίες ήδη εξελίσσονται οι διαγωνιστικές διαδικασίες (Κρατικά Λαχεία, Ελληνικό, ΔΕΠΑ/ ΔΕΣΦΑ, IBC, Κασσιώπη, Αφάντου). Είναι περίεργο ότι οι επικρίσεις για τη στάση του κ. Στουρνάρα στο Eurogroup προήλθαν από τον κ. Ευάγγελο Βενιζελο, έναν άνθρωπο που λόγω της προηγούμενης θητείας του ως υπουργός Οικονομικών γνωρίζει καλύτερα από κάθε άλλον τα «περιθώρια» διαπραγμάτευσης σε αυτή τη φάση. Και δεν μπορεί από τη μια να αυτοπροβάλλεται ως ηγέτης του κόμματος που σήκωσε μόνο του τον «σταυρό του μαρτυρίου» κατα τους πρώτους δέκα οκτώ μήνες μετά την προσφυγή της χώρας στον μηχανισμό στήριξης, και από την άλλη για λόγους εσωτερικής πολιτικής, να προβαίνει σε κινήσεις που έχουν έντονα λαϊκίστικα χαρακτηριστικά.
Σε μια άλλη χώρα και σε έναν άλλο πολιτικό κόσμο, θα μπορούσε κανείς να δεχθεί ότι η προβολή το τελευταίο διάστημα κάποιων μαξιμαλιστικών θέσεων από τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ γίνεται με γνώμονα το εθνικό συμφέρον και προσφέρεται ως εργαλείο αξιοποίησης για τον υπουργό Οικονομικών. Δυστυχώς, η αλήθεια είναι πως η στάση του κ. Βενιζέλου είναι περισσότερο κυνική και λιγότερο πατριωτική... Οπως απέδειξε και με την ατυχή επιλογή του να μην συμμετάσχουν στην κυβέρνηση κορυφαία στελέχη του ΠΑΣΟΚ τα οποία, παρα τις αντιδράσεις συντεχνιών, είχαν πείσει για την αποτελεσματικότητά τους σε πολύ ευαίσθητους τομείς, και άρα με την παρουσία τους θα συνέδραμαν στην εθνική προσπάθεια, έτσι και τώρα θέλει να περιορίσει το πολιτικό κόστος από τη συμμετοχή του στην κυβέρνηση και να ανακτήσει τη χαμένη διείσδυση σε παραδοσιακές δεξαμενές ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ.
Αλλά δεν γίνεται να προβάλει ως μείζον πολιτικό επιχείρημα ότι το ΠΑΣΟΚ αποτελεί παράγοντα σταθερότητας και ενότητας που διαχειρίσθηκε την οικονομία και γνωρίζει τις δυσκολίες στη σχέση με την τρόικα, και την ίδια ώρα να υποκύπτει σε λαϊκισμούς και να επικρίνει όσους στην πρώτη τους επαφή με ένα διστακτικό, αν όχι αφιλόξενο, Εurogroup, δεν «απαίτησαν» τριετή επιμήκυνση «εδώ και τώρα».
Αν το ΠΑΣΟΚ πρόκειται να έχει κάποιο ρόλο στο μελλοντικό πολιτικό γίγνεσθαι -κάτι που μένει να αποδειχθεί- θα το πετύχει ακολουθώντας τον δρόμο της εξωστρέφειας και του ρεαλισμού, όχι αυτόν της εσωστρέφειας και του λαϊκισμού.
Γιατί, λοιπόν, η συνεχής αύξηση των αμοιβών καταδικάζει την εθνική οικονομία; Ακολουθήστε, παρακαλώ, τον ακόλουθο, απλοϊκό, συλλογισμό. Εστω μια οικονομία ανοιχτή, χωρίς δασμούς και ειδικούς φόρους. Εστω ότι υπάρχουν μόνον δύο επιχειρήσεις. Πωλούν υποδήματα και οι δύο και έχουν τον ίδιο αριθμό εργαζομένων. Ομως, η πρώτη εισάγει έτοιμα τα παπούτσια «της», ενώ η άλλη παράγει τα υποδήματα που τοποθετεί στην ίδια πάντοτε αγορά με τη «συνάδελφό» της. Για να κρατήσουμε απλό τον συλλογισμό, ας δεχθούμε ότι δεν υπάρχει καμία άλλη διαφορά, π.χ. σε ποιότητα, και τα εμπορεύματα είναι ακριβώς ίδια.
Ποια θα είναι η τιμή τους; Αν το «παπούτσι από τον τόπο μας» είναι φθηνότερο, ο εισαγωγέας δεν θα βρίσκει πελάτες. Αν όμως το εισαγόμενο είναι φθηνότερο, τότε χάνει η ελληνική παραγωγή. Αφού όμως η τιμή προσδιορίζει ποιος θα «ζήσει» και ποιος θα «κλείσει», τότε πρέπει να συγκεντρώσουμε την προσοχή μας στους παράγοντες προσδιορισμού της. Ομως, ο έμπορός μας δεν προσμετράει στο κόστος «του» την εργασία που χρειάστηκε η κατασκευή του εισαγόμενου παπουτσιού, αφού αυτός πληρώνει μια συνολική τιμή στον προμηθευτή του. Ο δικός μας επιχειρηματίας μετράει τους υπαλλήλους του, το ηλεκτρικό και τα άλλα πάγια έξοδά του, προσθέτει το μάρκετινγκ και διαπιστώνει ότι το κόστος εργασίας δεν είναι, τελικά, «τόσο υψηλό». Βγαίνει, λοιπόν, στα τηλεπαράθυρα και λέει ότι οι μισθοί γι’ αυτόν δεν αποτελούν πρόβλημα.
Αντιθέτως, το εμπόριο πάει καλύτερα όσο υψηλότεροι είναι οι μισθοί όλων των πελατών του και όχι μόνον των δικών του εργαζομένων. Πρέπει να είναι εξίσου «καλές» και οι αμοιβές των ανταγωνιστών του. Γι’ αυτό επιμένει να υπάρχουν οι ίδιες αμοιβές σε ολόκληρη την οικονομία. Στην πράξη, όμως, ο έμπορος-εισαγωγέας μπορεί να βγάλει από την αγορά τον εγχώριο παραγωγό, αρκεί οι εργαζόμενοι στη χώρα όπου «ράβει» τα παπούτσια να δουλέψουν για μικρότερη αμοιβή σε σύγκριση με τους δικούς μας εργάτες.
Σε μια οικονομία που εισάγει το μεγαλύτερο μέρος όσων καταναλώνει, τις αμοιβές καθορίζει τελικά ο ξένος εργάτης. Ακόμη κι όταν δεν ζει εδώ, για να «κλέψει» όση δουλειά υπάρχει διαθέσιμη για τους ανειδίκευτους Ελληνες, που φυτοζωούν με το επίδομα ανεργίας. Ας το σκεφτούν λίγο προσεκτικότερα οι «κοινωνικοί εταίροι».