Γιώργος Λακόπουλος
Αρθρογράφος
Άρθρο του στην εφημερίδα "Τα Νέα" - 29/12/2011
Ιστολόγιο περιοδικής αρθρογραφίας από το Νομό Κορινθίας και όχι μόνο.
Η κυβέρνηση Παπαδήμου, παρά τη στήριξη των τριών κομμάτων (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και ΛΑΟΣ), δεν είναι όντως κυβέρνηση προγραμματικής συνεργασίας. Είχε εξαρχής μεταβατικό χαρακτήρα και βασική δέσμευση να ψηφίσει τις αποφάσεις της 26ης Οκτωβρίου, οι οποίες περιλαμβάνουν τη νέα δανειακή συμφωνία με τις σχετικές δεσμεύσεις και το PSI, δηλαδή την ανταλλαγή ομολόγων. Χρόνο δε διάρκειας, προφανώς όσον απαιτείται για να γίνουν αυτά. Η 19η Φεβρουαρίου υπήρξε μια ενδεικτική ημερομηνία εκλογών. Επίσης, μέρος της συμφωνίας μεταξύ των κομμάτων ήταν και η υλοποίηση των ήδη υφιστάμενων δεσμεύσεων και των «επικαιροποιήσεών τους», από τις οποίες εξαρτήθηκε και η καταβολή της 6ης δόσης.
Μπορεί, πέρα από τα πλεονεκτήματά της, η νέα κυβέρνηση να έχει και αρκετά μειονεκτήματα. Οπως «ασάφειες», που τα κόμματα ερμηνεύουν κατά το δοκούν, ή «εύρος και ποιότητα» σύνθεσης, που δημιουργεί προβλήματα.
Το κυριότερο όμως μειονέκτημά της είναι ότι έπειτα από λίγους μήνες θα οδηγηθούμε σε εκλογές. Και αυτό οδηγεί τα κόμματα να βλέπουν τις «ανάγκες τις χώρας» μέσα και από τους εκλογικούς σχεδιασμούς τους. Εως έναν βαθμό, είναι λογικό, αρκεί να μην ξεπερνάει το «θεμιτό όριο» που προσδιορίζεται από την εξαιρετικά επισφαλή θέση της χώρας.
Το τι πρέπει να κάνει η κυβέρνηση Παπαδήμου είναι περίπου αυτονόητο. Πρώτον, να αντιμετωπίσει τις αποκλίσεις του 2011, γιατί διαφορετικά η τρόικα θα αρνηθεί να πάμε στο επόμενο βήμα. Δεύτερον, να συγκεκριμενοποιήσει το «νέο πρόγραμμα». Και τρίτον, να ολοκληρώσει το PSI. Χωρίς αυτά, η δανειακή σύμβαση των 130 δισ. δεν υπάρχει.
Ολα αυτά όμως μαζί -ενιαία και αδιαίρετα- συνιστούν τον «κύριο κορμό» των δεσμεύσεων της χώρας μέχρι το 2014 και η διαπραγμάτευσή τους -καλώς ή κακώς- γίνεται τώρα! Μετά, τα περιθώρια... επαναδιαπραγμάτευσης θα είναι εξαιρετικά περιορισμένα και θα αφορούν μόνο «μέσα εφαρμογής». Εκτός κι αν έρθουν τα πάνω-κάτω στην Ευρώπη...
Κατά συνέπεια, τώρα τα κόμματα που συμπράττουν στη νέα κυβέρνηση, μαζί με τον κ. Παπαδήμο, οφείλουν να συμμετέχουν ενεργά στη διαπραγμάτευση. Ο,τι ιδέες και προτάσεις έχουν τώρα, πρέπει να κατατεθούν. Μετά τις εκλογές θα 'ναι, φοβούμαι, αργά... Και ίσως να μην έχουν και νόημα! Αντιλαμβάνομαι τη στάση όσων αρνούνται (Αριστερά και άλλοι) ριζικά τη λογική αυτή. Οχι όμως και το πώς αντιμετωπίζονται οι πολιτικές συνέπειες της στάσης τους...
Ομως, τα τρία κόμματα που στηρίζουν την κυβέρνηση δεν έχουν (υποτίθεται...) αυτήν τη λογική και άρα δεν μπορούν να αγνοούν την πραγματικότητα και τους σημερινούς ευρωπαϊκούς συσχετισμούς. Αυτό, σε τελευταία ανάλυση, σημαίνει κοινή στάση διαπραγμάτευσης τώρα, για όσο χρόνο -μέχρι τον Μάρτιο περίπου- χρειάζονται να γίνουν αυτά που έχουν συμφωνήσει να γίνουν και μετά εκλογές.
Ολο αυτό το «πακέτο», στην ουσιαστική του βάση, προσδιορίζει και το «εύρος των αρμοδιοτήτων» της μεταβατικής κυβέρνησης, που είτε το 'θελαν είτε όχι τα συμπράττοντα κόμματα, είναι εξαιρετικά κρίσιμο, σημαντικό και δεν «κουτσουρεύεται». Το «μπλοκάρισμα» της εισήγησης για τις επικουρικές συντάξεις ήταν ευκαιρία να ξεκαθαριστούν τα πράγματα. Αντιλαμβανόμεθα ότι η τακτική της αυτοδυναμίας που ακολουθεί η ΝΔ δεν είναι «συμβατή» με τον ρόλο της κυβέρνησης Παπαδήμου που περιγράψαμε πιο πάνω. Αυτή όμως είναι η συγκυρία και η ανάγκη της χώρας. Κάθε άλλη συμπεριφορά, αντικειμενικά, «λύνει τα χέρια» εκείνων που αντιμετωπίζουν τη χώρα μας σαν «ειδική περίπτωση» και ενισχύει τα σενάρια αποχώρησής της από το ευρώ... Οφείλουν οι αρχηγοί των κομμάτων να τα συνυπολογίσουν όλα!
Από το 1974 όταν άρχισε η εφαρμογή του μακρόχρονου τουρκικού σχεδίου για την άλωση της Κύπρου και του Αιγαίου, όλες οι κινήσεις που απέβλεπαν στην περαιτέρω προώθησή του, απεδίδοντο από δημοσιογράφους αλλά και ειδικούς αναλυτές στους στρατοκράτες της Αγκυρας, δηλαδή, στο κεμαλικό κατεστημένο, στρατιωτικό και διπλωματικό, που ποδηγετούσε τις εκάστοτε πολιτικές ηγεσίες. Τα χρόνια περνούσαν για να φθάσουμε στο 2003 όταν κέρδισε πανηγυρικά τις εκλογές το Ισλαμικό Κόμμα (ΑΚΡ), που με πρωθυπουργό τον κ. Ερντογάν άρχισε σιγά σιγά να ξηλώνει το κεμαλικό κατεστημένο και κατόρθωσε να δικάσει ακόμη και πανίσχυρους εν ενεργεία στρατηγούς, για συνωμοτικές ενέργειες που απέβλεπαν στην ανατροπή της νόμιμης κυβέρνησης της χώρας.
Περιμέναμε λοιπόν και εμείς εδώ στην Ελλάδα, μετά την πτώση του κεμαλισμού και τη διακυβέρνηση της χώρας από μια δημοκρατική κυβέρνηση που συμπλήρωσε ήδη δύο τετραετίες στην εξουσία και βαδίζει την τρίτη να αλλάξει αυτή η αδιέξοδη επιθετική πολιτική απέναντι στη χώρα μας. Δυστυχώς, οι ελπίδες για μια δημοκρατική Τουρκία με την κυβέρνηση του ΑΚΡ απεδείχθησαν φρούδες. Δεν υπάρχει διαφορά με αυτά που πίστευε και επεδίωκε το κεμαλικό κατεστημένο τις δεκαετίες που πέρασαν, με την πολιτική που ακολουθεί η σημερινή Τουρκία με εργαλείο εφαρμογής τον υπουργό Εξωτερικών κ. Νταβούτογλου. Δυστυχώς, η απειλή κατά της χώρας μας είναι διαχρονική και δεν εξαρτάται από κόμματα και κυβερνήσεις. Ο τουρκικός επεκτατισμός είναι εθνική πολιτική που έχει υιοθετηθεί και ακολουθείται με συνέπεια από το σύνολο του τουρκικού έθνους, άσχετα εάν ο πρωθυπουργός της Τουρκίας λέγεται Ατατούρκ, Ινονού, Ετσεβίτ, Οζάλ ή Ερντογάν.
Η Ελλάδα δεν έχει άλλη επιλογή από το να διατηρεί μια ισχυρή αποτρεπτική δύναμη ικανή να επιφέρει ένα αποφασιστικό πλήγμα στον αντίπαλο, τέτοιο ώστε η ζημιά που θα υποστεί, να είναι πολύ μεγαλύτερη από το πιθανό όφελος. Πώς όμως είναι δυνατόν να επιτευχθεί αυτός ο στόχος της αποτροπής και με ποιες δυνάμεις; Οπως απεδείχθη στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αλλά και σε όλους τους σύγχρονους πολέμους όπως οι αραβοϊσραηλινοί του 1956, 1967, 1973, του Κόλπου το 1991, της Σερβίας το 1999 και του Ιράκ το 2003, η χώρα που απέκτησε την κυριαρχία στον αέρα ήταν εκείνη που τελικά υπερίσχυσε, ακόμη και σημαντικά υπερτέρων χερσαίων δυνάμεων, με ελάχιστες απώλειες, χωρίς βέβαια να παραβλέπεται και η συμβολή των άλλων κλάδων των Ε.Δ. στην τελική έκβαση του πολέμου. Συνεπώς, ο ρόλος των αεροπορικών δυνάμεων σε οποιαδήποτε μορφή πολέμου με τα σύγχρονα όπλα που διαθέτουν είναι πρωταρχικός και αποφασιστικός για την έκβασή του. Οι δυνάμεις επιφανείας χωρίς την αεροπορική κυριαρχία ή τουλάχιστον την αεροπορική υπεροχή στο πεδίο της μάχης, όχι μόνον δεν είναι δυνατόν να εκτελέσουν την αποστολή των, αλλά ούτε και να επιβιώσουν. Και το επόμενο ερώτημα που προκύπτει είναι: έχει η Πολεμική Αεροπορία (Π.Α.) την αποτρεπτική δύναμη που απαιτείται ώστε να αποφύγουμε να εμπλακούμε σε πολεμικές περιπέτειες με τους εξ Ανατολών γείτονες;
Σήμερα, ο συσχετισμός 2ης και 3ης γενεάς σε μαχητικά αεροσκάφη, δηλαδή η κύρια δύναμις κρούσης, είναι ο γενικά αποδεκτός από δεκαετίες 7/10, με την Π.Α. να προηγείται σε πολλαπλασιαστές ισχύος (έξυπνα όπλα κ.λπ.). Τα ελληνικά F-16 52+ και Advance αεροσκάφη, όπως και τα Miraz 2000-5 MK2 είναι εφοδιασμένα με τον πλέον θανατηφόρο συνδυασμό συστήματος βολής και πυραύλων αέρος αέρος (εναντίον αεροσκαφών), καθώς επίσης και υποστρατηγικών πυραύλων αέρος - εδάφους με εμβέλεια 240 χλμ., άτρωτων από ΑΑ όπλα και πλήρως αυτοκατευθυνομένων. Δυστυχώς, όμως, η προοπτική είναι λίαν δυσμενής για το εγγύς μέλλον, διότι η τουρκική αεροπορία (Τ.Α.) έχει από τριετίας αρχίσει την αναβάθμιση και τον εκσυγχρονισμό των παλαιοτέρων αεροσκαφών F-16. Ηδη τα πρώτα 100 έχουν παραδοθεί και τα υπόλοιπα 120 θα παραδοθούν μέχρι το 2014. Η αναβάθμιση αυτή είναι λίαν σημαντική, τόσο από απόψεως δυνατότητας να φέρουν σύγχρονα όπλα, όσον και βελτίωσης των επιδόσεών των γενικότερα. Αντίθετα, η αναβάθμιση και ο εκσυγχρονισμός των παλαιών F-16 της Π.Α. δεν έχει αρχίσει να υλοποιείται, παρά το ότι είναι προγραμματισμένος από τετραετίας λόγω της γνωστής οικονομικής στενότητος, οπότε η ισορροπία δυνάμεων θα ανατραπεί από το 2015. Εάν δε προσθέσουμε και το γεγονός ότι η Τ.Α. έχει παραγγείλει εκατό (100) αεροσκάφη 4ης γενεάς (F35) τότε είναι που θα φθάσουμε σε πλήρη ανατροπή (κάτω του 5/10) το 2020, με ό,τι αυτό σημαίνει για την άμυνα και την ακεραιότητα της χώρας. Ως εκ τούτου είναι απολύτως αναγκαίο - ζωτικό, να εξευρεθεί κάποιου είδους ευρηματική χρηματοδότηση για το πρόγραμμα εκσυγχρονισμού των παλαιών F-16 της Π.Α.
Εν τω μεταξύ, στο μεσοδιάστημα μέχρι το 2015, η τουρκική πολιτικοστρατιωτική ηγεσία λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη την ευνοϊκή υπέρ ημών ισορροπία, αλλά και το γεγονός ότι η πολιτική οργάνωση του τουρκικού κράτους και της κοινωνίας πολύ δύσκολα θα ξεπερνούσε μια στρατιωτική αποτυχία ή ήττα, είναι σχεδόν βέβαιο ότι δεν θα εμπλακεί στην επίτευξη ενός πολιτικού στόχου, εφόσον δεν θα είναι απόλυτα βέβαιη για την επιτυχία του, με επακόλουθο και οι τουρκικές προκλήσεις να μην ξεπερνούν ένα όριο ασφαλείας που έχει καθορισθεί με κριτήριο την ελληνική υποχωρητικότητα. Οι Τούρκοι σέβονται μόνο τη δύναμη και όταν είμεθα δυνατοί, ενωμένοι και αποφασισμένοι, συμπεριφέρονται σαν καλοί γείτονες.
Η κυβέρνηση Παπαδήμου δεν προέκυψε από τον ουρανό. Είναι γέννημα και θρέμμα ενός πραγματικού αδιεξόδου και αυτό δεν πρέπει κανείς να το παραβλέπει. Ηρθε να καλύψει ένα μείζον πρόβλημα διακυβέρνησης, που η κυβέρνηση Παπανδρέου είχε απολέσει από μόνη της παρότι διέθετε, τυπικώς, απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία! Αυτό είναι σημαντικό γεγονός, γιατί δείχνει ότι η «κρίση» υπερβαίνει επί της ουσίας τα όρια μιας κυβερνητικής πλειοψηφίας και είναι «χρήσιμο μάθημα» για το μέλλον. Τα πλεονεκτήματα της νέας κυβέρνησης είναι το πρόσωπο Παπαδήμος και η στήριξή της από τρία κόμματα με ευρύτατη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Τα μειονεκτήματά της, η σύνθεσή της, (50... υπουργοί και η ποιότητα των περισσοτέρων) και ο μεταβατικός και μη προγραμματικός χαρακτήρας της. Δεν ξέρω πότε θα γίνουν εκλογές. Τα διάφορα συμφέροντα που συγκρούονται ως προς τον χρόνο ολοκλήρωσης του έργου της και την έκτασή του έχουν πολλαπλές πολιτικές εσωκομματικές και οικονομικές αφετηρίες. Εκείνο όμως που πάση θυσία πρέπει να προφυλαχθεί είναι το «μοντέλο Παπαδήμου», που σημαίνει ότι ο ισολογισμός την ημέρα της κυβερνητικής λήξης του πρέπει να είναι θετικός, γιατί ίσως αποδειχθεί πολύτιμο για το πολιτικό σύστημα μετά τις εκλογές.
Περί αυτού φωνάζουν οι δημοσκοπήσεις, για όσους βέβαια έχουν... «αυτιά να ακούνε». Από την άλλη μεριά, είναι καταστροφικό πολιτικό λάθος να «βαρύνεται» η παρούσα κυβέρνηση και πολύ περισσότερο ο ίδιος ο κ. Παπαδήμος με «υπερβολικές φιλοδοξίες» που δεν ανταποκρίνονται (καθώς δεν έχουν ωριμάσει) στο υπάρχον ευρύτερο πολιτικοκοινωνικό περιβάλλον. Αυτού του τύπου οι λογικές προσφέρουν κακές υπηρεσίες και στον Παπαδήμο, και στη χώρα. Αρα, η παρούσα κυβέρνηση οφείλει γρήγορα να κάνει ό,τι έχει αναλάβει να κάνει, μαζί με όλες τις τρέχουσες κυβερνητικές αποφάσεις, και όταν ολοκληρωθούν -χωρίς μιζέριες χρόνου- να πάμε σε εκλογές. Οχι μόνο για μια χρήσιμη νέα πολιτική νομιμοποίηση των κοινωνικών ανακατατάξεων, που έχουν συντελεστεί, αλλά και για την «πολιτική εκτόνωση» της κοινωνικής οργής...